ΘΕΜΑΤΑΦεστιβάλ

Νύχτες Πρεμιέρας: Ανασκόπηση Τετάρτης (28/09/2016)

gary-numan-android-in-la-la-land-001

Ενδιαφέρουσες οι «Νύχτες» της Τετάρτης, συνεχίστηκαν με την προβολή του Σνόουντεν του Όλιβερ Στόουν, του πολωνικού United States of Love, επιστοφή του Evolution για όσους δε το πρόλαβαν, τρεις ενδιαφέρουσες προβολές μουσικών ντοκιμαντέρ του αντίστοιχου διαγωνιστικού τμήματος, Gary Numan: Android in La La Land, Strike a Pose ξεμπρόστιασμα Μαντόνας και Bang! The Bert Berns Story σε επανάληψη. Παράλληλα, προβλήθηκε και το Interlude City of a Dead Woman, της Άντζελας Ισμαήλου, 122′ για τους πιο σκληροπυρηνικούς. Την καρδιά μας, όμως, από τη βραδιά τελικά έκλεψε το κορεάτικο Train to Busan, το Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών!

Snowden / Σνόουντεν

Σκηνοθεσία: Όλιβερ Στόουν

two-half-popcorn

snowden-movie-002Μετά το CitizenFour που κέρδισε και Όσκαρ ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης Όλιβερ Στόουν επιχειρεί να μεταφέρει την συγκλονιστική ιστορία του Έντουαρντ Σνόουντεν, αυτή τη φορά σε ταινία μυθοπλασίας, αλλά που ακολουθεί όσο μπορεί πιο πιστά την αληθινή ιστορία.

Πρόκειται, λοιπόν, περισσότερο για ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ, που δεν έρχεται να προσθέσει τίποτα περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζαμε, αλλά περισσότερο να εγείρει ενδιαφέρον και να ευαισθητοποιήσει περισσότερο κόσμο, κυρίως μέσα στις ΗΠΑ, όπου η υπόθεση παρόλο που σόκαρε, μοιάζει μάλλον να έχει πλέον ξεχαστεί. Έτσι πρέπει να το αξιολογήσουμε, διότι αν το αξιολογήσουμε ως θέμα είναι μεν πολύ δυνατό, αλλά δεν προσθέτει τίποτα σε όσα ήδη έχουν δημοσιευθεί από το 2013 και ύστερα. Αν πάλι το αξιολογήσουμε σαν ταινία, εκεί ο Όλιβερ Στόουν επιλέγει μια κλασική σκηνοθεσία, μένει μακριά από τον καλό παλιό εαυτό του, με μικρά ψήγματα του βλέπουμε σε ελάχιστες σκηνές, όπως στις κρίσεις επιληψίας του χαρακτήρα του. Από την άλλη ως παρουσίαση μπλέκει την αφήγηση του με αρκετά flash backs (αναδρομές στο παρελθόν), για να εξηγήσει σημεία, ενώ μια ομαλή συνεχής αφήγηση θα έδινε περισσότερη ένταση και αγωνία. Όμως, όπως είπαμε, εδώ δεν επιδιώκει να κάνει κάτι τέτοιο, δεν θέλει να κάνει μια τέτοιου είδους ταινία, όπως το The Insider με τον Ράσελ Κρόου ή τον Πληροφοριοδότη (The Departed), του Μάρτιν Σκορσέζε.

snowden-movie-001Με την ίδια πρόθεση και σκεπτικό έρχονται και οι επιλογές των δυο πρωταγωνιστών του. Ο Τζόζεφ Γκόρντον Λέβιτ, που δε μοιάζει τόσο στον πραγματικό Σνόουντεν εμφανισιακά, επιλέγει να κάνει και πιο βαθιά τη φωνή του, αποβλέποντας περισσότερο στο να αποδώσει τον εσωτερικό κόσμο του «σπασίκλα» κομπιουτερά και τη μεταμόρφωση από συντηρητικού σε φιλελεύθερου και από εκεί σε ελεύθερα σκεπτόμενο πολίτη, που θα οδηγηθεί στις πράξεις του, όχι επειδή είναι τρομοκράτης, αναρχικός ή χάκερ, όπως τον χαρακτήρισε ο Ομπάμα, αλλά ένας ηθικός άνθρωπος που αγαπά τη χώρα του και την ανθρωπότητα και θέλει να βελτιώσει μια λανθασμένη πορεία που έχει πάρει ο κόσμος. Όσο περνά η ώρα έχει αυτόν τον ελπιδοφόρο ρομαντισμό στο βλέμα του, διατηρώντας παράλληλα το παγωμένο υπολογιστικό ύφος ενός ευφυούς ανθρώπου που επεξεργάζεται όλες τις παραμέτρους. Δύσκολος πραγματικά ρόλος και ο Λέβιτ ορθά επιλέχθηκε, ήταν εγγύηση στο να αποδοθεί σωστά. Από την άλλη, η πανέμορφη κοπέλα του Λίνσεϊ, μάλλον θα έχει νευριάσει με τον σκηνοθέτη που επέλεξε την Σάιλιν Γούντλεϊ να την ενσαρκώσει, αλλά κι αυτό ίσως πρέπει να του το δικαιολογήσουμε στα πλαίσια της προσπάθειας του να παρουσιάσει τα πρόσωπα πιο πραγματικά, ως κοινούς ανθρώπους. Η αλήθεια είναι ότι αν και η Γούντλεϊ έκανε κάποια προσπάθεια και βελτίωσε κάπως το σώμα της, μάλλον ούτε εγώ μπορώ να του το συγχωρήσω αυτό το τελευταίο. Στις υπόλοιπες ερμηνείες βρίσκουμε πολλά γνωστά πρόσωπα, Ρις Ίφανς, Μελίσα Λέο, Ζαχάρι Κουίντο, αλλά και Νίκολας Κέιτζ και τον Σκοτ γιο Ίστγουντ, σε μικρότερους ρόλους. Τέλος, αν κάτι μας έλειψε από ταινία Στόουν είναι το δυνατό σάουντρακ.

Bu-San-Haeng / Train to Busan / Το Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών

Σκηνοθεσία: Σανγκ-Χο Γιέον

three-half-popcorn

train-to-busan-001Ένας επιπλέον λόγος που αγαπάμε τις Νύχτες Πρεμιέρας, είναι και αυτές οι μεταμεσονύχτιες ένοχες απολαύσεις, όπου το splatter συναντά το cult. Εκτός από τα πολυαναμενόμενα στους φίλους του είδους «Λιγδιάρη Στραγγαλιστή» και «Ωμότητες» έρχεται και αυτή η κορεάτικη ζόμπι υπερπαραγωγή, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις δυτικές αντίστοιχες, ενώ η υπόθεση της αποτελεί μια μίξη World War Ζ και Snowpiercer! Κλείνει πονηρά το μάτι και στους φίλους του Walking Dead και παρουσιάζει πλούσιο θέαμα, ιλιγγιώδη δράση, αλλά και δραματικές στιγμές γεμάτες συγκίνηση.

Ένας πατέρας ταξιδεύει με την κόρη του με την υπερταχεία προς το Μπουσάν, όταν ξεσπά επιδημία ζόμπι μέσα και έξω από το τρένο. Ενώ μέσα στο τραίνο πρέπει να δώσουν μεγάλη μάχη για τη ζωή τους κάθε σταθμός κρύβει επιπλέον κινδύνους. Παράλληλα με τη μεταμόρφωση των ανυποψίαστων πολιτών σε αιμοδιψή ζόμπι, γίνεται όμως και η εσωτερική μεταμόρφωση του πατέρα ως προς τις αντιλήψεις του για τη ζωή και στη σχέση του με την κόρη του. Με ρυθμό παιχνιδιού υπολογιστή, που περνά πίστες αυξανόμενης δυσκολίας, το Εξπρές των Ζωντανών Νεκρών δεν παραλείπει να δείξει τις διαφορετικές αντιδράσεις του κόσμου σε κατάσταση πανικού και πόσο απάνθρωπο και σιχαμένο πρόσωπο μπορούν να βγάλουν κάποιοι άνθρωποι προς τα έξω. Σταθερά ανοδική η πορεία του κορεάτικου σινεμά, έχει ανεβάσει τον πήχι των σκηνοθετικών λήψεων, της φωτογραφίας και του μοντάζ, αποτέλεσμα και της συνεχούς παρουσίας ταινιών στην παγκόσμια αγορά, που επιτρέπει όλο και ψηλότερo προϋπολογισμό. Αν σε αυτά προσθέσετε και την πόρωση του ασιατικού λαού με τον κινηματογράφο και στην ψυχοσύνθεση του κομπάρσου, το αποτέλεσμα δεν αποτελεί καθόλου έκπληξη.

Πραγματικά, πέραν των καλών ερμηνειών, αξίζουν τα εύσημα όλοι οι κομπάρσοι που έδωσαν στιλ στα ζόμπι, με τις σπασμωδικές σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις τους. Φοβερή δουλειά και στα εφέ, όπου μόνο σε ελάχιστα σημεία το έμπειρο μάτι μπορεί να τους «πιάσει», όπως στο σκηνή που σέρνονται ουρά πίσω από το τραίνο και φαίνεται ελάχιστα η πλατφόρμα. Στο μεγαλύτερο μέρος όμως η ταινία είναι καθηλωτική και παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Ίσως θα έπρεπε το Χόλιγουντ να πάρει μερικά μαθηματάκια.

Gary Numan: Android in La La Land / Γκάρι Νιούμαν: Ένα Ανθρωποειδές στη Γη της Επαγγελίας

Σκηνοθεσία: Στιβ Ριντ, Ρομπ Αλεξάντερ

3popcorn

gary-numan-android-in-la-la-land-002Ακολουθούμε τον Γκάρι Νούμαν λίγο μετά την επιστροφή του στην έμπνευση, μετά μεγάλη περίοδο στην αφάνεια, οικονομικά προβλήματα, κατάθλιψη και έλλειψη αυτοπεποίθησης, έχει αρχίσει από το 2008 να κάνει δειλά δειλά κάποια μουσικά βήματα και να βγαίνει από το περιθώριο. Κάνει εμφανίσεις, όπου λέει ξανά και ξανά τις γνωστές του επιτυχίες, Are Friends Electric και Cars, αλλά δεν έχει να παρουσιάσει κάτι φρέσκο. Το ντοκιμαντέρ παρακολουθεί αυτόν και την οικογένεια του στις προσπάθειες για την ολοκλήρωση του δίσκου του Splinter, του 2013, που έμελλε να τον επαναφέρει ξανά στα charts μετά από 30 χρόνια. Με έντονη ειλικρίνεια παρουσιάζει σε πολλά σημεία το πραγματικό του πρόσωπο, απογυμνωμένο από το image του ειδώλου που είχε πλάσει επί σκηνής.

Έντονη προσωπικότητα η γυναίκα του, που τον στήριξε και τον στηρίζει ακατάπαυστα όλα αυτά τα χρόνια. Μαθαίνουμε για τη σχέση τους και για το ρόλο των γονειών του, που όλοι μαζί ανέλαβαν έναν άτυπο ρόλο μάνατζερ για τον καλλιτέχνη, που σε πολλά σημεία ήταν προβληματικός, όχι μόνο λόγω του συνδρόμου Άσπενγκερ, αλλά και στο πώς να διαχειριστεί την ξαφνική επιτυχία του ως έφηβος. Φυσικά, δε λείπουν και κάποια ψεματάκια και σημεία που θα ξενίσουν, όπως το σημείο που το ζευγάρι κλαίγεται για τα οικονομικά του προβλήματα και την παύση της οικονομικής στήριξης των γονειών του και μετά πάνε και αγοράζουν μια πανάκριβη έπαυλη στο Λος Άντζελες, μια τεράστια μονοκατοικία με μεσαιωνική διακόσμιση, κήπο και πισίνα. Όχι ακριβώς η κρίση προσωποποιημένη.

gary-numan-android-in-la-la-land-001Παρόλα αυτά, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τις απόψεις του Νούμαν για τη δημιουργία, την έμπνευση και πως την κυνηγά. Βλέπουμε τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο κυνηγά τις ιδέες του στα μουσικά μονοπάτια και προσπαθεί να συνθέσει, ενώ παράλληλα ακούμε αρκετά κομμάτια από το δίσκο του Splinter και πως αυτά παίρνουν την τελική τους μορφή. Ίσως κάποιοι φίλοι θα ήθελαν περισσότερα για την εποχή της μεγάλης του δόξας, όμως ο καλλιτέχνης έχει γυρίσει σελίδα. Από punk έκανε τη βουτιά του στην επανάσταση της ηλεκτρονικής μουσικής των αρχών των 80s, πειραματίστηκε με διάφορα είδη και τώρα βρήκε ένα τρόπο να τα συνδυάσει αυτά τα δυο, σε ένα πιο goth ύφος. Βέβαια, μας το κάνει ξεκάθαρο ότι όλα αυτά τα βλέπει σαν δουλειά και ότι γράφει τραγούδια συνειδητοποιημένα, αναζητώντας τι θα αρέσει στον κόσμο, όχι απαραίτητα κακό, σίγουρα μια ειλικρικής δήλωση. Το «ρομπότ» απομυθοποιείται πλήρως αλλά μας συγκινεί στο πανέμορφο τελευταίο 5λεπτο, όταν απαγγέλει υπέροχα ένα παραμύθι στην κόρη του για να την βάλει για ύπνο, ένα παραμύθι που θα μπορούσε να είναι και η δικιά του ιστορία.

Evolution / Εξέλιξη

Σκηνοθεσία: Λουσίλ Χατζιχαλίλοβιτς

three-half-popcorn

evolution 000 movieΤο δεύτερο φαβορί, μετά το Closet Monster. Ένα ταραγμένο παραμύθι. Ο μικρός Νίκολας μεγαλώνει σε ένα ηφαιστειογενές νησί, με άσπρα σπίτια και κατάμαυρο χαλίκι, όπου ζουν μόνο μικρά αγόρια με τις μητέρες τους. Μια περίεργη συνθήκη μητριαρχίας. Δεν υπάρχουν ούτε μεγάλοι άντρες, ούτε μικρά κορίτσια. Η ιδιόμορφη καθημερινότητα τους δείχνει μια λαχτάρα για το υγρό στοιχείο, σχεδόν τελετουργική. Κάτι πολύ περίεργο μοιάζει να κρύβεται πίσω από όλα αυτά, ανάμεσα στα βράχια που τα χτυπάει το κύμα, πίσω από τα όμοια άσπρα σπίτια, που θυμίζουν ελληνικό νησί, στο μαύρο χαλίκι των δρόμων, στις μυστικές βραδινές συναντήσεις των μανάδων.

Σαφής επιρροή από το δικό μας weird cinema, το Evolution διαθέτει μια κινηματογράφιση υπνωτιστική, σχεδόν ονειρική, ενώ διαθέτει ξεχωριστή φωτογραφία και όμορφη χρωματική παλέτα, κάνοντας το τελικό αποτέλεσμα περισσότερο art project. Όσο κυλά ο χρόνος το όνειρο μετατρέπεται με γοργά βήματα σε αρρωστημένο εφιάλτη. Η ιδέα της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα και διαθέτει μια άγρια ομορφιά που σαγηνεύει, -ίσως όχι τόσο όσο αντίστοιχα στο Goodnight Mommy. Αξιόλογες είναι και οι ερμηνείες, ιδιαίτερα των μικρών αγοριών πρωταγωνιστών. Σε δεύτερο επίπεδο υπάρχουν πράγματα που φαίνεται να έχει πρόθεση να θίξει, στη σχέση ανθρώπου με τη φύση, την καταπιεστική υπερπροστατευτικότητα των μανάδων προς τα αρσενικά τέκνα και τον ευνουχισμό τους, τη βίαιη αποκοπή του ομφάλιου λώρου, θέματα που δυστυχώς όμως δεν βγαίνουν τόσο ξεκάθαρα προς τα έξω. Διατηρεί όμως την εικαστική αξία του ανέπαφη, ως εξαιρετικό δείγμα μίξης πειραματικού και art σινεμά.

Bang! The Bert Berns Story / Μπερτ Μπερνς: Ο Άνθρωπος Πίσω από τα Χιτάκια

Σκηνοθεσία: Μπρετ Μπερνς, Μπομπ Σαρλς

2popcorn

O Μπερτ Μπερνς υπήρξε ένας ιδιαίτερος μουσικοσυνθέτης και μουσικός παραγωγός των 60’s, όπου δυστυχώς ελάχιστοι γνώριζαν, ακόμα και μέσα από το χώρο της μουσικής. Γεννημένος το 1929, με προβληματική καρδιά από ασθένεια που πέρασε μικρός, οι γιατροί αρχικά του έδιναν ελάχιστο χρόνο ζωής κι έτσι οι γονείς του τον κρατούσαν σπίτι και του πήραν πιάνο και κιθάρα. Ο Μπερνς μέχρι το 1967 όπου τελικά πέθανε, σε ηλικία 38 χρονών, κατάφερε να κάνει εξαιρετικά πράγματα, να μπει στην επανάσταση της μουσικής βιομηχανίας, να στήσει δυο μεγάλες δισκογραφικές, να γνωρίσει πολλές προσωπικότητες, μουσικές και μη, να κάνει φίλους αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Παράλληλα, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για μερικά από τα αθάνατα μουσικά τραγούδια που όχι μόνο έσπασαν τα charts κάνοντας μεγάλη επιτυχία, αλλά και έμειναν αθάνατα, όπως τα «Twist & Shout», «Piece of My Heart», «Everybody needs somebody to love», «Brown Eyed Girl» και πολλών άλλων. Παρόλα αυτά, το όνομα του σίγουρα δε σας λέει κάτι, καθώς στις περισσότερες φορές δεν τα υπέγραφε, αλλά έμπαινε το όνομα των εκάστοτε καλλιτεχνών ή γκρουπ, Isle Brothers (αργότερα των Beatles), της Έμα Φράνκλιν (ή αργότερα της Τζάνις Τζόπλιν), του Σόλομον Μπέρκ (αργότερα Rolling Stones και Blues Brothers), του Βαν Μόρισον.

Όπως κάθε μουσικό ντοκιμαντέρ, γνωρίζουμε εξαρχής ότι θα είναι μια προσωπικότητα με έντονη ζωή και σε αυτό το σημείο το ντοκιμαντέρ δε θα μας απογοητεύσει, όπως και με τους πολλούς διάσημους μουσικούς που εμφανίζονται και μιλάνε για τον Μπερνς. Το κακό είναι ότι το ντοκιμαντέρ έχει συν-σκηνοθετηθεί από τη κόρη του και σε πολλά σημεία δεν είναι αντικειμενικό, ωραιοποιεί ή δεν αγγίζει όσο θα έπρεπε καταστάσεις, όπως την εμπλοκή με τη μαφία, ενώ ακολουθεί μια παλιακή παρουσίαση επαναλαμβάνοντας συχνά τις ίδιες παγωμένες φωτογραφίες, που κουράζει σχεδόν το ίδιο με την βαριά και όχι καθαρή φωνή του εκφωνητή. Όμοια υπάρχει μια ασαφήνεια γύρω από το πια κομμάτια ήταν δικά του και σε ποια απλά βοήθησε, ψυχολογικά ή στην ενορχήστρωση, εξού και πολλά κομμάτια απλά αναφέρονται αλλά δεν ακούγονται καθόλου (και λόγω δικαιωμάτων). Τέλος, μιας και πρόκειται για μια σχετικά άγνωστη προσωπικότητα για τους περισσότερους δεν υπάρχει τόσο έντονο ενδιαφέρον στο άτομο του Μπερνς, κάτι που βλέποντας το ντοκιμαντέρ δε θα αλλάξει. Αξίζει τον κόπο να το δείτε, για μια αναδρομή στην εποχή, να παρατηρήσετε πόσο διαφορετικά ωρίμαζαν οι άνθρωποι τότε, πόσο μεγάλος ηλικιακά δείχνει, σε πολλές φωτογραφίες πάνω από 45, ενώ τελικά δεν έζησε παρά 38 χρόνια. Αξέχαστη στιγμή ανάμεσα στα σχόλια αγάπης και θαυμασμού η δήλωση «δε ξέρω που έχει θαφτεί αλλά αν μάθω θα κατουρήσω στον τάφο του»!

Interlude City of a Dead Woman/ Η Πόλη της Σιωπής

one-half-popcorn

interlude001Η Δάφνη είναι μία γυναίκα που έχει επιλέξει την απομόνωση στο νησί της Πάτμου. Μόνη της συντροφιά ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Βρετανών που ζουν στο νησί πολλές δεκαετίες. Στο ίδιο νησί θα φτάσει και ένας ιερέας, ο Θεόντορικ, για μία μελέτη πάνω στην Αποκάλυψη του Ιωάννη και θα συγκινηθεί βαθιά από το δράμα που φαίνεται να περνά η Δάφνη. Στο νησί φτάνει, όμως, και ο Έστεμπαν, ένας ταυρομάχος που ακολουθεί τα βήματα της μητέρας του που τον εγκατέλειψε πολλά χρόνια πριν. Η Άντζελα Ισμαήλος γράφει, πρωταγωνιστεί και ερμηνεύει τον κεντρικό ρόλο της ταινίας, τη Δάφνη. Κι ενώ επιδεικνύει σκηνοθετική δεινότητα (στον τρόπο που κινηματογραφεί το νησί και στον τρόπο που επιλέγει τα πλάνα της) και έχει εξαιρετικούς συνεργάτες (η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή είναι υπέροχη, το ίδιος και ο ήχος του Κώστα Βαρυμπομπιότη), στο σενάριο επιδεικνύει μια ασάφεια και μία μάλλον προχειρότητα (θυμίζοντας ενίοτε σενάριο σαπουνόπερας). Οι ήρωες επιδίδονται σε φιλοσοφικές συζητήσεις, λίγα μαθαίνουμε για τα κίνητρα και τις πράξεις τους και είναι πολύ δύσκολο να ταυτιστούμε μαζί τους. Αυτοί που πραγματικά «μας κρατούν στη γη» είναι οι υπέροχοι Σάρα Μάιλς (υποψήφια για Όσκαρ για την «Κόρη του Ράιαν») και ο Μπέρναντ Χιλ (ο καπετάνιος του «Τιτανικού»). Και οι δύο απόλαυση να τους βλέπεις στην οθόνη.

cinepivates

Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *