Αφιερώματα

Ντάνι Μπόιλ: ο σκηνοθέτης με την αισιόδοξα διεστραμμένη ματιά

Ο Ρέντον τρέχει. Και τρέχει. Στα χείλη του σχηματίζεται ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Ο «πανκ» ήρωας του Ντάνι Μπόιλ είχε, νωρίτερα, προλάβει να αναδυθεί μέσα από μία τουαλέτα γεμάτη σκατά. Πώς ΑΥΤΟΣ ο σκηνοθέτης κατάφερε να αναλάβει καλλιτεχνικός διευθυντής των τελετών έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων και να πείσει τη βασίλισσα να γίνει Bond Girl;

Ο Ντάνι Μπόιλ μάλλον αποτελεί χαρακτηριστική βρετανική περίπτωση: από την εργατική τάξη, τα σκατά, την εμμονή με το χρήμα και την κριτική στην καταναλωτική κοινωνία, στα «υψηλά κλιμάκια», ένας σκηνοθέτης που έφτασε να θεωρείται πολιτιστικό κεφάλαιο για τη χώρα, καθώς από τις low budget παραγωγές έφτασε στον οσκαρικό θρίαμβο. Ο «απόλυτος ιδεαλιστής» όπως δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει ο «πολύς» Guardian.

Πώς, όμως, ένας απλός Άγγλος από το Μάνσεστερ βρέθηκε να αρνείται να λάβει τον τίτλο «Σερ»;

Ο Μπόιλ, θα μπορούσε να αποκαλεστεί αινιγματική φιγούρα στον χώρο του κινηματογράφου γιατί δεν έχει υπάρξει και πολύ μεγάλη κριτική ανάλυση ή μελέτη γύρω από αυτόν και τις ταινίες του.

Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι του αρέσουν οι σταθερές συνεργασίες, τόσο σε επίπεδο ηθοποιών, συγγραφέων αλλά και μουσικών ή συντελεστών όπως 7 συνεργασίες με τους Underworld, τον καμεραμάν Anthony Dod Mantle, τον σκηνοθέτη και σχεδιαστή παραγωγής Mark Tildesley. Αρκεί να σημειώσουμε ότι στην αρχή της καριέρας του αυτόν, τον σεναριογράφο Τζον Χοτζ και τον παραγωγό Άντριου ΜακΝτόναλντ τους αποκαλούσαν την «αγία Τριάδα» του βρετανικού σινεμά.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι πως του αρέσουν ή ακόμα περισσότερο του πάνε οι μεταφορές βιβλίων, οι πιο γνωστές του ταινίες βασίζονται σε βιβλία-Trainspotting, The Beach, 127 Hours, Slumdog Millionaire-.

Ίσως οι πλοκές των βιβλίων τον βοηθούν να δημιουργήσει τον περίπλοκο ιστό ανθρώπινων ιστοριών που του αρέσει να αποτυπώνει στην οθόνη.

Ο Ντάνι ξεκινώντας από το νεονουάρ, περνώντας στην σύνθεση διαφόρων ρευμάτων και κινηματογραφικών ειδών και στυλ, είναι κατά βάση ψυχωτικός και θεωρεί πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να πετύχεις και να κάνεις θέματα πεζά ή χιλιοειπωμένα, ενδιαφέροντα, ρεαλιστικά μα και ταυτόχρονα θελκτικά και λαμπερά.

Οι ταινίες του μιλούν για απλούς ανθρώπους, σαν αυτόν. Τα τζάνκι του Λονδίνου, ένα αγόρι από τις φτωχογειτονιές της Ινδίας, παιδιά της βρετανικής εργατικής τάξης είναι οι ήρωές του, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν απίθανες συνθήκες.

Ο ίδιος αστειεύεται ότι κάνει την ίδια ταινία ξανά και ξανά: κάθε φορά ο θρίαμβος ενός χαρακτήρα απέναντι σε «ανυπέρβλητα εμπόδια».

Υπάρχει μία έμφυτη αισιοδοξία στις ταινίες του. Είτε οι ήρωές του βγαίνουν από τις τουαλέτες, είτε αναγκάζονται να κρύψουν ένα πτώμα στο σπίτι, είτε τα βάζουν με ζόμπι, είτε αναγκάζονται να κόψουν το χέρι τους, στις ταινίες του Μπόιλ ο κεντρικός ήρωας θα βγει πάντα νικητής.

Η αισιοδοξία του αυτή μοιάζει να έχει αντικατασταθεί τους τελευταίους μήνες από έναν πρωτόγνωρο κυνισμό, ο οποίος είναι φανερός και στο Trance, τη νέα του ταινία. Έξι μήνες μετά τους Ολυμπιακούς δήλωσε ότι «Το Ολυμπιακό Πνεύμα είναι νεκρό» και δολοφόνος του είναι η οικονομική κρίση που οδηγεί στον πεσιμισμό, ενώ αρνείται κατηγορηματικά τον τίτλο «άνθρωπος του λαού». Με τον σκηνοθέτη να ετοιμάζει το Πορνό, συνέχεια στο Trainspotting μήπως να περιμένουμε ακόμα μία στροφή προς το κυνικότερο του Βρετανού σκηνοθέτη;

Tyler Durden – Frankenweenie

Οι ταινίες

Shallow Grave (1994)

Ήδη με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο Ντάνι Μπόιλ έδειξε τις προθέσεις του: σαρδόνιο χιούμορ, σκοτεινή διάθεση, νευρική σκηνοθεσία, ένας σάκος ή μία βαλίτσα με χρήματα, μερικά όπλα και κάμποσοι νεκροί. Θα περίμενε κανείς το Shallow Grave να είναι ταινία του Ταραντίνο ή του Μάρτιν Σκορσέζε, αλλά αυτός ο νεαρός Βρετανός είχε έρθει για να μείνει και να κάνει το δικό του είδος ταινίας. Ενώ τα φιλμ του Σκορσέζε –όπως και του Ταραντίνο- τελειώνουν μέσα σε μια λίμνη αίματος, εκείνα του Μπόιλ μπορεί να τελειώνουν μέσα σε μια λίμνη αίματος, αλλά διατηρούν την ειρωνική ματιά τους. Το χαμόγελο του Άλεξ στο τέλος της ταινίας το αποδεικνύει. Αυτό που ενδιαφέρει στο Shallow Grave τον Μπόιλ είναι αυτό που –πολύ εύστοχα- δηλώνει ο ελληνικός τίτλος: τα «Μικρά Εγκλήματα Μεταξύ Φίλων». Το πώς μπορεί να επηρεάσει μια παρέα ένα πτώμα και μια σακούλα με χρήματα, τα ψυχολογικά παιχνίδια που μπορούν να αρχίσουν να αναπτύσσονται σε μια (φαινομενικά) δεμένη ομάδα, η κατάβαση στην τρέλλα. Όλα αυτά γυρισμένα σε ένα ιδιαίτερα σκοτεινό φόντο.

Tyler Durden

Trainspotting (1996)

Το Traisnpotting για μένα πριν από όλα ήταν ένα βιβλίο που διηγούνταν την βρώμικη Αγγλική ιστορία του, περνώντας από πρόσωπο σε πρόσωπο, άλλωστε αντιπροσώπευε την rave χαπόκουλτούρα. Ο Irvine Welsh, ήξερε πάρα πολύ καλά πως να δει μέσα από τα μάτια των χαρακτήρων του, τις ζωές και περιπέτειες τους. Ο Danny Boyle αντιστοίχως, κατάφερε να αποδώσει αυτή την ατμόσφαιρα δημιουργώντας μία Αγγλικά σκληρή μαύρη κωμωδία, με αυτούς τους τύπους που δεν ανήκαν πουθενά και δεν καταλάβαιναν τίποτα. Με το Trainspotting ο Danny κάνει ανάμειξη κινηματογραφικών ειδών όπως ρεαλισμός και φαντασία, προσφέροντας στους χαρακτήρες αυτό που ο Murray Smith περιγράφει ως «την λύτρωση από την υλική εξαθλίωση μέσω αισθητικής μεταμόρφωσης.» Κατά την άποψη του Smith, η ταινία “απεικονίζει τη φτώχεια ρεαλιστικά, αλλά με έναν τρόπο που περιλαμβάνει ταυτόχρονα τη διαφυγή και την παγίδευση” μέσω της κινηματογραφικής αισθητικής του Danny που αντλεί «ένα είδος ζωτικότητας αλέθοντας την φτώχεια». Δημιουργώντας έτσι την έκπληξη στο μη διαγωνιστικό μέρος του Φεστιβάλ Καννών του 1996, γνωρίζοντας τον πρώτο αγαπημένο του Ewan Mc Gregor(πρωταγωνιστή και της πρώτης ταινίας του Danny Shallow Grave)στο διεθνές κοινό και χαρίζοντας στον John Hodge(ξανά) το BAFTA διασκευασμένου σεναρίου. Και κάπου εδώ ξυπνάει η Αγγλική μουσική σκηνή κατά βάση, γιατί το Trainspotting συνοδευόταν από τραγούδια της γενιάς των 90’ς. Κομμάτια σταθμός που στιγμάτισαν μία γενιά ακολουθώντας την και φτύνοντας την ατμόσφαιρά της στην οθόνη, πίσω από τις σκηνές του Danny. Born Slippy -Underworld, Sing- Blur, Mile End – Pulp, Deep Blue Day -Brian Eno, A Final Hit -Leftfield, Trainspoting-Primal Scream. Τόσο μεγάλη ήταν η επιτυχία του, που οδήγησε στην κυκλοφορία και ενός δεύτερου soundtrack τον Οκτώβριο του 1997.

Frankenweenie

Μια Αλλιώτικη Ζωή (1997)

Ο Ντάνι Μπόιλ είναι πάντα ξεκάθαρος σε αυτό που θέλει να κάνει. Έτσι η τρίτη ταινία της «αγίας Τετράδας» (Μπόιλ, Χοτζ, ΜακΝτόναλντ, ΜακΓκρέγκορ) μπορεί να απογοήτευσε πολλούς, αλλά σίγουρα δεν ήταν κάτι άλλο από αυτό που ήθελε να πει ο δημιουργός του. Το A Life Less Ordinary είναι μια ρομαντική κομεντί. Σύμφωνοι, μια ρομαντική κομεντί με απαγωγές, όπλα, μία κακομαθημένη νεαρή πάμπλουτη, δύο «αγγέλους» με ανορθόδοξες μεθόδους και ένα μεγάλο ποσό χρημάτων (όχι που δεν θα είχε). Αλλά, πάντως, κομεντί. Μάλλον ο Μπόιλ ήθελε να «αλαφρύνει» λίγο από το κλίμα των δύο προηγούμενων ταινιών του, μπλέκοντας τα κινηματογραφικά είδη (crime movie, μαύρη κωμωδία) και εισάγοντας μερικά πολύ στυλιζαρισμένα πλάνα (για παράδειγμα το Beyond the Sea του Μπόμπι Ντάριν). Και πάλι η μουσική παίζει καθοριστικό ρόλο (στο σάουντρακ ακούμε μεταξύ άλλων: Diana Ross & the Supremes, R.E.M., Ash, Elastica, Underworld, Oasis, Elvis Presley, Bobby Darin, the Prodigy, Beck, Orbital, Faithless, Cardigans. Όσο για τον Ντάνι Μπόιλ; Εκείνος πιστεύει ότι η ταινία του «είναι λίγο σαν να είσαι ερωτευμένος»: νευρική, χωρίς ξεκάθαρη μορφή, χωρίς σαφείς εξηγήσεις. Αν μη τι άλλο, ρομαντικός.

Tyler Durden

The Beach (2000)

Το επίσημο «πούλημα» του Ντάνι στον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, που συμπορεύτηκαν μαζί σε όλες στις πρώτες ταινίες, αποτέλεσε και το βασικό λόγο να τα τσουγκρίσουν οι δυο τους, όχι τόσο για τη μη επιλογή του, όσο για το γεγονός ότι τον είχε stand-by μέχρι να σιγουρέψει την εξασφάλιση του Ντι Κάπριο. Σε αυτή τη σουρεάλ περιπέτεια γεμάτη γαλάζιο της καραϊβικής και χρυσή άμμο, πιτσιρικαρία στιλ 90’s ψάχνουν να βρουν τον επίγειο παράδεισο σε ένα νησί φάντασμα, όπου ζουν παιδιά των λουλουδιών στιλ 70’s αλλά τελικά και λαθρέμποροι ναρκωτικών στιλ 80’s.

Πέραν του για άλλη μια φορά πετυχημένου σάουντρακ (που έγινε must για τα επόμενα καλοκαίρια στη cdοθήκη κάθε αυτοκινήτου) και τις καλοτραβηγμένες σκηνές σεξ, μένει στο μυαλό μου για τις φοβερές σκηνές του χιούμορ του: (i) τη σκηνή της πάλης με τον καρχαρία και (ii) τη σκηνή που ο Ντι Κάπριο νομίζει ότι είναι μέσα σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Πολύ καλός επίσης και ο ρόλος του Daffy (Robert Carlyle).

Βασικές ενστάσεις στην ιστορία είναι ότι μας γειώνει την έννοια του επίγειου παράδεισου με την είσοδο του χασίς ως αυτοσκοπό του ταξιδιού και το μπλέξιμο των ερωτικών σχέσεων. Ο Ντάνι κατά τη γνώμη μου χρησιμοποιεί την ίδια τακτική παρουσίασης του Trainspotting (1996) μας εκθειάζει κάτι για να μας το καταρρίψει σταδιακά.

Gimli

28 μέρες μετά (2002)

Αγαπώ τα θρίλερ, το έχω ξαναδηλώσει, και νομίζω ότι το «28 Μέρες Μετά» είναι υπεύθυνο για το γεγονός ότι αγαπώ και τα ζόμπυ! Για μένα είναι η πρώτη ταινία όπου αντιμετωπίζει σοβαρά το θέμα των ζόμπι. Δεν είναι ένα B-movie, αλλά ένα καλογυρισμένο θρίλερ , ίσως και τρομακτικό για κάποιον όπου δεν είναι συνηθισμένος με το θέμα, καθώς και μια ταινία επιβίωσης σ ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι που έχουν απομείνει είναι λίγοι, κάποιοι βλέπουν και ένα κοινωνικό – πολιτικό μήνυμα σ αυτό το σενάριο, αλλά δεν θα το πάω τόσο μακριά! Αξίζει όμως να αναφέρω ότι διαβάζοντας για την ταινία, ανακάλυψα ότι ο Danny Boyle είναι εκείνος όπου πρώτος «έδωσε» στα ζόμπυ την ιδιότητα να κινούνται γρήγορα , και φυσικά από τότε την ικανότητα αυτή την έχουν εκμεταλλευτεί οι επόμενοι κινηματογραφιστές τέτοιων «ηρώων». Πέρα από την εισπρακτική επιτυχία της ταινίας, όχι μόνο στην Βρετανία αλλά και στην Αμερική (παρόλο που όταν ξεκίνησε δεν προβαλλόταν σε πολλές αίθουσες), το μεγάλο ατού της ταινίας είναι ο απόηχος που έχει αφήσει. Ένα σήκουελ, διάφορα κόμικ και , θα τολμούσα να πω, μια πρόσφατη αμερικανική σειρά (χμ… the Walking Dead!) . Αγαπημένα θέματα συζήτησης για την ταινία: Ο πρωτοεμφανιζόμενος πρωταγωνιστής Cilian Murphy, ο οποίος, χωρίς ιδιαίτερα πρωταγωνιστικούς ρόλους από τότε, έχει τραβήξει την προσοχή μας όπου και να εμφανίζεται για τα έντονα χαρακτηριστικά του προσώπου του, που τον κάνουν να ξεχωρίζει και φυσικά η εναρκτήρια σκηνή με το ερημικό Λονδίνο (τόσο μα τόσο τέλεια!)

Nemo

Millions (2004)

Η αισιοδοξία για την οποία χαρακτηρίζεται το έργο του Ντάνι Μπόιλ (και την οποία την είδαμε σε υπερθετικό βαθμό στους Ολυμπιακούς Αγώνες, όπου άρρωστα παιδάκια αρχίζουν να τραγουδούν και να χορεύουν στα κρεβάτια τους!) γίνεται φανερή στο Millions. Η υπόθεση θέλει δύο αδέλφια να βρίσκουν τυχαία τη λεία μιας ληστείας τρένου, αγνοώντας αρχικά την προέλευση των χρημάτων. Ο 10χρονος Άντονι θέλει να ξοδέψει τα χρήματα σε αγορές, όμως ο 8χρονος Ντέμιαν, που βλέπει συνεχώς οράματα Αγίων, θέλει να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς. Κι ενώ οι ληστές βρίσκονται στα ίχνη τους, η αλλαγή της λίρας σε ευρώ δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα στα δύο παιδιά. Ουσιαστικά το Millions είναι μία πρώτη στροφή του Μπόιλ στην καριέρα του. Οι ταινίες που θα έρχονταν μετά από αυτό θα ήταν λιγότερο σκοτεινές και περισσότερο προσανατολισμένες σε μία νέα αξία: την αδιαμφισβήτητη πίστη προς τον άνθρωπο. «Αυτό που αγαπώ σε αυτή την ταινία είναι ότι έχει μια τεράστια πηγή ενέργειας, μια έκπληξη. Νομίζω ότι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί όταν πας στο σινεμά και περίπου γνωρίζεις τι θα δεις, και τελικά βλέπεις αυτό που περιμένεις. Το βρίσκω λίγο υποτιμητικό. Πάντα θυμάμαι ότι είναι φανταστικό όταν δεν ξέρεις ακριβώς τι θα συμβεί» λέει ο Μπόιλ ερωτηθείς για το Millions, το οποίο μάλλον απογοήτευσε, παρ’ όλα αυτά δείχνει την ευρηματικότητα και την τρυφερότητα του Βρετανού σκηνοθέτη.

Tyler Durden

Sunshine (2007)

Αυτή η ταινία διαδραματίζεται στο διάστημα! Ο ήλιος μας πάει να σβήσει και ο Ντάνι Μποιλ στέλνει μια ομάδα διάσωσης να τον επαναφορτίσει. Εδώ έχουμε ίσως μια βρετανική απάντηση στο Armageddon (1998), μη τη δείτε όμως αν θέλετε να δείτε μια περιπέτεια στο διάστημα, καθώς η δράση έχει δώσει τη θέση της στη στατικότητα. Δείτε τη για τα διαφορετικά χρώματα που την κάνουν πιο αρτιστίκ και τα φιλοσοφικά ζητήματα ή ψυχολογικά θέματα που φέρνει για συζήτηση.

Μέσα σε όλα αυτά μας έβαλε και μια μετάλλαξη, επηρεασμένος ίσως από τις 28 Μέρες Μετά (2002) διατηρώντας το σουρεάλ και θριλερίστικο στοιχείο που του αρέσει τόσο. Φυσικά, ο Ντάνι είχε αναγκαστικά περιορισμένο budget και έδωσε βάρος των χρημάτων στο νεανικό κάστ (Cillian Murphy, Chris Evans, Benedict Wong) και τα ψηφιακά εφέ.

Ο σκηνοθέτης δήλωσε επίσημες επιρροές του την Οδύσσεια του Διαστήματος 2001 (1968), το Solaris (1972) και το Alien (1979) και άλλαξε 35 φορές το σενάριο του βγάζοντας σκηνές δράσης και προσθέτοντας συμβολισμούς, υποθέτουμε κυρίως για τη μείωση του κόστους. Σε αρχικά προσχέδια του Alex Garland υπήρχαν περισσότερες νύξεις περί αθεϊσμού και λατρείας του ήλιου ως ζωοδότη πηγή, τα οποία τελικά αφαιρέθηκαν. Παρόλα αυτά το αποτέλεσμα είναι αρκετά ενδιαφέρον. Ο συνδυασμός ήχου και εικόνας κάνει αρκετές στιγμές το φιλμ περισσότερο βιντεοκλιπίστικο παρά γραμμικό.

Gimli

Slumdog Millionaire (2008)

To Slumdog Millionaire, ήταν η απόλυτη επιτυχία για τον Danny. Του απέδωσε 8 όσκαρ αναμεσά στα οποία, Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σκηνοθέτη, Καλύτερα Διασκευασμένου σεναρίου. Για άλλη μια φορά ο Danny επιλέγει να μεταφέρει σε ταινία ένα βιβλίο το Q&A του Vikas Swarup αλλά και συνσκηνοθετεί με έναν Ινδό για την Bollywood αίσθηση την σωστή και πρόστυχη. Το Slumdog όμως πέρα από την πλάκα είναι και μία διακρατική ταινία, η οποία όμως σέβεται και προβάλλει την ιδιομορφία της έτερης χώρας, παρ’ότι εκτυλίσσεται στην πιο πρόστυχη, εξευτελισμένη και υπανάπτυκτη πλευρά της. Για να καταλάβετε για τα παιδάκια που πρωταγωνιστούν έχει δημιουργηθεί trust και θα πάρουν τα μισθά από την ταινία όταν γίνουν 16 και τελειώσουν ας πούμε την πρώτη λυκείου. Η εταιρία παραγωγής τα πηγαίνει στο σχολείο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στην άκρως αντίπερα όχθη να σημειώσουμε ότι το Slumdog γυρίστηκε με πρότυπη ψηφιακή κάμερα της Sillicon Imaging και είχε στο σετ έναν τεχνικό να την φτιάχνει. Η κρυμμένη ιστορία πίσω από αυτό το χιτ είναι ότι η Warner Independent Pictures είχε εξασφαλίσει τα δικαιώμτα διανομής για τη Βόρεια Αμερική. Η Warner Ind. έκλεισε όμως και όλα τα στοιχεία της πέρασαν στη μητρική της Warner που πολύ αμφέβαλλε για την επιτυχία αυτής της ταινίας θέλωντας να την βγάλει μόνο σε DVD. Στο τέλος του χρόνου όμως που είχε πολλές ταινίες στα χέρια της έκανε συμφωνία με την Fox Searchlight Pictures να μοιραστούν την διανομή στη Βόρεια Αμερική. Κατέληξε η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία για την Fox Searchlight.

Ναι φυσικά η μουσική παίζει φοβερό ρόλο και είναι σχεδόν εξόλοκλήρου Ινδική με μία δύο δεύτερες εκτελέσεις που σου σηκώνουν την μικρή Ευρωπαϊκή σου τρίχα.

Frankenweenie

127 Ώρες (2010)

Η πρώτη μετα- οσκαρική ταινία του Danny Boyle. Φυσικά και δεν περίμενα να μου αποδείξει την αξία του μετά , από το κατά την γνώμη μου, αριστουργηματικό Slumdog Millionaire – μη ξεχνάμε εξάλλου ότι τον πρωτογνωρίσαμε με το πρωτοποριακό Trainspotting. Αφηγείται την αληθινή ιστορία του Άαρον Ράλτσον, ορειβάτη όπου παγιδεύτηκε στο Φαράγγι Blue John για 127 ώρες και προκειμένου να επιβιώσει αυτοακρωτηριάζεται, κόβοντας το χέρι του μ ένα καθόλου κοφτερό πολυεργαλείο . Χωρίς ιδιαίτερους -όπως είναι φυσικό – διαλόγους , η ταινία είναι παραμένει καθηλωτική κυρίως στις σκηνές της παγίδευσης και της απελευθέρωσης (φήμες για λιποθυμίες στις αίθουσες στην υπερ-ρεαλιστική σκηνή του ακρωτηριασμού). Τα μεγαλειώδη πλάνα του απέραντου τοπίου των φαραγγιών, δίνουν την αίσθηση του πόσο ανίσχυρος και «μικρός» είναι ο άνθρωπος μπροστά στην φύση. Ο γνωστός ,κυρίως για τους δεύτερους ρόλους , Jamie Franco δίνει μια ερμηνεία που σε μαγνητίζει, πετυχαίνοντας απλά και μόνο με τις έντονες εκφράσεις του τα δύσκολα συναισθήματα της απόγνωσης, της απελπισίας, του φόβου, της νοσταλγίας, της θλίψης, και φυσικά του πόνου (υποψήφιος για Όσκαρ Α ανδρικού ρόλου, αλλά την χρονιά όπου ανταγωνιστής ήταν «Ο Λόγος του Βασιλιά»!). Μέσα στην μιάμιση ώρα όπου διαρκεί η ταινία βλέπουμε ένα επιπόλαιο και εγωιστή νεαρό, όπου αγνοεί τα τηλεφωνήματα της μητέρας του – θεωρώντας ότι δεν πρέπει να δίνει λογαριασμό σε κανένα- να μετατρέπεται σ ‘ έναν γεμάτο ευγνωμοσύνη άντρα, που έχει παλέψει με τον ίδιο του τον εαυτό για να επιβιώσει. Όταν απεγκλωβίζεται πλέον από τον βράχο, μη έχοντας πια το ένα του χέρι αλλά έχοντας μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή, ο Άαρον κοιτάει τον ουρανό και λέει απλά ένα «Ευχαριστώ».

Συνεργάστηκαν οι Cinεπιβάτες: Gimli, Frankenweenie, Nemo, Tyler Durden

cinepivates

Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *