ΘΕΜΑΤΑΣυνεντεύξεις

Η Αρασέλη Λαιμού στους Cinepivates για την «Αγία Έμυ»

Συνέντευξη στην M.G. Vagenas

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Calarts, η Αρασέλη Λαιμού σκηνοθέτησε μια σειρά αξιόλογων ταινιών μικρού μήκους μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν στην Ελλάδα και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Προβάλλοντας μια ευαίσθητη και λεπτομερή απεικόνιση της πραγματικότητας, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, η Holy Emy, με παγκόσμια πρεμιέρα στο τμήμα Cineasti del Presente στο Λοκάρνο (2021), αντικατοπτρίζει πλήρως τις σκηνοθετικές της εμπειρίες . Τα υπερφυσικά φαινόμενα που σκιαγραφεί η ταινία αναμειγνύονται με απόλυτα φυσικό τρόπο στην καθημερινή ζωή των χαρακτήρων της.

Η Έμυ, ένα ιδιότυπο νέο κορίτσι από τις Φιλιππίνες που ζει στην Αθήνα με τη μεγάλη της αδελφή, την Teresa, στοιχειώνει και μαγεύει συνάμα την αφήγηση χύνοντας ξαφνικά δάκρυα από αίμα. Το ισχυρό και μυστηριώδες σώμα της μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα με την λογική.

Γραμμένη σε συνεργασία με την Τζούλια Καρούζο, αυτή η ιδιαίτερη και συναρπαστική ιστορία είναι εμπνευσμένη από τις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις της Λαιμού. Μέσα από την αφήγηση της, η ταινία ανοίγει μια συζήτηση γύρο από το αμφιλεγόμενο θέμα των υπερφυσικών δυνάμεων, της θεραπείας, της ιερότητας και της ψυχικής υγείας. Η σχέση μας με εκείνους που υποτίθεται ότι έχουν θεραπευτικές ικανότητες, περνώντας από το θαυμασμό στο δέος και από την ελπίδα στο φόβο, είναι βασικά προβληματικές.

Στη δεκαετία του 1990,  μια εποχή οικονομικής άνθησης, σε πολλά αθηναϊκά σπίτια δούλευε κάποια Φιλιππινέζα οικιακή βοηθός. Σήμερα πλέον η φιλιππινέζικη κοινότητα  αποτελείται και από μια νέα γενιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα.  Η Αρασέλη Λαιμού, αποφάσισε να εστιάσει την ταινία  της σε αυτή την πολύ διακριτική κοινότητα που ζει κάπως  παράμερα με τις δικές της συνήθειες και τελετουργίες.  Με πάθος και αληθινό ενδιαφέρον η σκηνοθέτης την προσέγγισε καταφέρνοντας να δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ανθρώπους που συνάντησε. Ενώ τους βασικούς χαρακτήρες, την Τερέζα και την Έμυ, υποδύονται δύο επαγγελματίες ηθοποιοί, το υπόλοιπο φιλιππινέζικο καστ αποτελείται από μέλη της κοινότητας της Αθήνας.

Ξεκινώντας από αυτόν τον κοινωνικό πυρήνα, η ταινία διασχίζει διάφορες γειτονιές της πόλης από το κέντρο, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές μέχρι την ιχθυόσκαλα του Πειραιά όπου εργάζονται, μετακινείται στη συνέχεια σε μια πολυτελή βίλα δίπλα στην θάλασσα, ακολουθώντας αργότερα την πομπή της Μεγάλης Παρασκευής για να καταλήξει σε ένα νοσοκομείο. Με αξιοσημείωτη ρευστότητα η κάμερα της Αρασέλης Λαιμού εξερευνά έναν αστικό ιστό με χίλια πρόσωπα, αγκαλιάζοντας την οπτική γωνία των δυο βασανισμένων πρωταγωνιστριών που είναι παγιδευμένες ανάμεσα στην ασφυκτική πίεση της κοινότητάς τους και την προσπάθεια τους να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία.  

Η αφήγηση χτίζεται αργά και σταδιακά, αλλά από τις πρώτες κιόλας εικόνες, μια υποχθόνια ένταση και ένα αόριστο αίσθημα κινδύνου, στο οποίο συμβάλλει και το Soundtrack, χαρακτηρίζουν την ατμόσφαιρα της ταινίας.

Η σχέση μεταξύ των δύο αδελφών, έντονη και κτητική, αποτελεί τον αφηγηματικό άξονα της ιστορίας.  Πέρα από την αγάπη που τις ενώνει, η Τερέζα και η Έμυ δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικές. Η Τερέζα είναι διαλλακτική, ανοιχτή, πρόθυμη να συμβιβαστεί και περίεργη για τη ζωή. Η Έμυ, από την άλλη, είναι κλειστή, μοναχική, διακατέχεται από παραφυσικές δυνάμεις και ικανότητες που φαίνεται να μην μπορεί να ελέγξει.

Η Hasmine Kilip ως Τερέζα, η μεγαλύτερη αδελφή, και η Abigail Loma ως Έμυ, είναι  εξαιρετικές στο να αποδώσουν ερμηνευτικά την συναισθηματική φόρτιση των χαρακτήρων τους. Τα δύο κορίτσια είναι μόνα τους και προσπαθούν να προστατεύσουν η μία την άλλη σε ένα εχθρικό περιβάλλον που επιδιώκει να επωφεληθεί από αυτές.  Έτσι, ο Έλληνας φίλος της Τερέζα την εγκαταλείπει αμέσως μόλις μαθαίνει ότι έμεινε έγκυος, αλλά ξαφνικά εμφανίζεται πάλι όταν συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε να στήσει μια επιχείρηση  με τα ματωμένα δάκρυα της Έμυ.

Η ίδια η Έμυ, που νομίζει ότι μπορεί να βρει δουλειά και καταφύγιο στο όμορφο σπίτι μιας πλούσιας και άρρωστης ηλικιωμένης κυρίας, σύντομα συνειδητοποιεί ότι αυτή η εγωιστική και χειριστική γυναίκα δεν θέλει τίποτα άλλο από το να εκμεταλλευτεί τη θεραπευτική της δύναμη ‘πουλώντας’ την πανάκριβα σε μια ολόκληρη στρατιά αρρώστων.

Η διαφορετικότητα της  Έμυ γοητεύει αλλά και φοβίζει. Η ίδια διακατέχεται από δυνάμεις που πρέπει να αποδεχτεί και να μάθει να διοχετεύει. Καθημερινά βιώνει αυτή της την κατάσταση σαν κάτι σκοτεινό και επίφοβο, πριν συνειδητοποιήσει ότι αν μπορεί εύκολα να βλάψει τους άλλους με τη δύναμη της σκέψης της, μπορεί επίσης και να τους σώσει.

Η αφήγηση, εμπλουτισμένη με μια σειρά από side stories και τέλεια σκιαγραφημένους δευτερεύοντες χαρακτήρες, περιγράφει με ίστρο την πορεία ενηλικίωσης των δύο κοριτσιών.

Στην Holy Emy εστιάζεις την προσοχή σου σε δυο Φιλιππινέζες αδελφές που ζουν στην Αθήνα. Οι Φιλιππινέζοι αρχίσαν να έρχονται στην Ελλάδα την δεκαετία του 90, κανένας όμως μέχρι τώρα δεν είχε ασχοληθεί, από ότι ξέρω, με αυτή την συγκεκριμένη εθνική κοινότητα στον ελληνικό κινηματογράφο. Πώς γεννήθηκε η ιδέα για αυτό το τόσο ιδιαίτερο σενάριο;

Στην αρχή το σενάριο το προσέγγισα ξεκινώντας από τα προσωπικά μου βιώματα: με ενδιέφερε πολύ να ερευνήσω μια σχέση δυο αδερφών.

Με κατεύθυνε κάπως το θέμα γιατί ήθελα η πρωταγωνίστρια να είναι εξ αρχής μία ουτσάιντερ, ώστε η προσωπική της διαφορετικότητα, το ότι είναι ιδιαίτερη και έχει ειδικές ικανότητες, κάπως να χαθεί μέσα σε μια κοινότητα ξένων. Κοίταξα γύρω μου και μου ήρθε στο νου η Φιλιππινέζικη κοινότητα. Έβλεπα πολύ συχνά Φιλιππινέζους όταν έπαιρνα το λεωφορείο, το Α7 ή το Β7, ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα. Αυτά τα λεωφορεία πάνε από την Κηφισιά  προς τα νότια της Αθήνας περνώντας από τους Αμπελόκηπους. Πολλές Φιλιππινέζες που δουλεύουν σαν νταντάδες στα βόρεια προάστια μένουν στους Αμπελοκήπους.

Έμεινα και εγώ η ίδια κάποια χρόνια στους Αμπελόκηπους που είναι μια κατεξοχήν Φιλιππινέζικη γειτονιά της Αθήνας όπου υπάρχουν και πάρα πολλές φιλιππινέζικες εκκλησίες που βρίσκονται σε διάφορα υπόγεια και λειτουργούν σαν αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι. Προχωράς τις Κυριακές στους δρόμους των Αμπελοκήπων και ακούγονται θρησκευτικά τραγούδια που είναι πολύ ποπ, επειδή οι εκκλησιαζόμενοι είναι κυρίως νέοι. Σε όλες τους τις συνήθεις νοιώθω πως είναι πολύ έντονο το στοιχείο του αμερικάνικου τρόπου ζωής, το αμερικάνικο πρότυπο….  Με ενδιέφερε πάρα πολύ όλη αυτή η νεολαία. Γίνεται χαμός στους Αμπελόκηπους αλλά και στην Αλεξάνδρας όπου τα παιδιά μαζεύονται συνέχεια σε ένα γήπεδο και παίζουν μπάσκετ,  έχουν όλες τις γνωστές μάρκες στα ρούχα τους, πάνε και παίζουν μπόουλινγκ στα Πατήσια… Εμένα όλο αυτό μου άρεσε και προσπάθησα στην ταινία να δείξω αυτή η δεύτερη γενιά Φιλιππινέζων, γιατί η πρώτη γενιά έζησε, λίγο πολύ, κρυμμένη.

Και στο Λος Αντζελες, όπου έχω ζήσει κάποια χρόνια, υπάρχει μια μεγάλη μεγάλη φιλιππινέζικη κοινότητα που πηγαινοέρχεται από το Σαν Φρανσίσκο… Οπότε όλο αυτό με ενδιέφερε πολύ, θεωρητικά τουλάχιστον, σε πρώτη φάση.

Μετά άρχισα να πηγαίνω στην εκκλησία τους, βρήκα πως έχουν μια πολύ μεγάλη στον Πειραιά. Εκεί, ανακάλυψα όλη τους την πνευματικότητα και τη σχέση τους και με το χριστιανισμό, αλλά και με το παγανιστικό healing, την «ίαση». Το στοιχείο αυτό της ίασης είχε και μια πολύ στενή σχέση με τις δικές μου προσωπικές εμπειρίες: όταν ήμουν γύρω στα 18, η μαμά αρρώστησε βαριά και ενώ μέχρι τότε το σπίτι μας δεν ήταν καθόλου θρήσκο, ξαφνικά άρχισε η μαμά μου να το ψάχνει και ανακάλυψε έναν θεραπευτή, ήτανε Γαλλοεβραίος τον έφερνε στο σπίτι, ερχόντουσαν και όλες της οι φίλες της. Μετά αυτός ο ένας  θεραπευτής έφερε και άλλους συναδέλφους του και ξαφνικά όλοι αυτοί οι άνθρωποι άρχισαν να έρχονται στο σπίτι μας, και να έρχονται και πάρα πολλοί άλλοι ασθενείς για να τους επισκεφτούνε έτσι μεταμορφώθηκε το σπίτι μου σε ένα τεράστιο θεραπευτήριο!…

Το σπίτι της κυρίας Χριστίνας αντικατοπτρίζει αυτό το βίωμα στην ταινία σου;

Ναι! Το σπίτι της κυρίας Χριστίνας στην Holy Emy που φαίνεται σαν να είναι εντελώς περίεργο και προϊόν της φαντασίας μου εμπνέεται από κάτι που υπήρξε πραγματικά! Επειδή τότε ήμουνα 18 χρονών και εγώ η ίδια προβληματιζόμουνα και αναρωτιόμουνα αν αυτοί οι θεραπευτές  είχανε πραγματικές ικανότητες η όχι, αν μέσα τους οι ίδιοι το πιστεύουν ή όχι, ότι μπορούν να θεραπεύσουν τον συνάνθρωπο τους. Μέσα σε όλα αυτά  έκανα και εγώ μια θεραπεία και ήμουνα λίγο κυνική αλλά και με μια ελπίδα ότι θα μπορούσε όλο αυτό να είναι και αληθινό και για αυτό μου άρεσε. Έτσι δημιουργήθηκε και η Έμυ που αμφιταλαντεύεται και η ίδια δεν ξέρει αν το να μπορεί να γιατρέψει τους άλλους με τις ικανότητες της είναι αλήθεια ή όχι. Έχει όντως ενδιαφέρον όλο αυτό το ζήτημα και σηκώνει πολλή συζήτηση.  Οποίος βλέπει την Holy Emi την εκλαμβάνει ανάλογα με τα δικά του πιστεύω, τα βιώματα του ή τις εμπειρίες του και διαβάζει την ταινία τελείως διαφορετικά. Υπάρχουν, επίσης, και κάποια hints σχετικά με την ψυχική υγεία της Έμυ και της μητέρας της και για αυτό θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει αυτή την ιστορία και από μια άλλη σκοπιά.

Η Holy Emi μας δείχνει πως κάποια πράγματα που δεν μπορούμε να εξηγήσουμε ορθολογικά, ούτε στη ζωή μας, ούτε στο σώμα μας. Γιατί αρρωσταίνουμε, πώς γινόμαστε καλά; Το σώμα μας είναι ένα μεγάλο μυστήριο τελικά…

Έχει ενδιαφέρον πιστεύω να εξερευνήσει κάνεις πώς, ας πούμε, αντιδρά το σώμα με τη πίστη. Η ίδια η Έμυ δε ξέρει τι είναι αυτό που συμβαίνει με τους νέους αρρώστους που βλέπουμε στο έργο δηλαδή την Ισμήνη και τον Άγγελο, αν όλοι πράγματι ανταλλάσσουν κάποιες ενέργειες μεταξύ τους ή αν είναι η πίστη τους στις ικανότητες της που τους γιατρεύει. Με ενδιέφερε πολύ να εξερευνήσω αυτό το στοιχείο, και με ενδιέφερε και σε σχέση με το πόσο πιστεύει η ίδια η Έμυ στον εαυτό της και στο τι μπορεί να κάνει.

Πώς βρήκες και πώς διάλεξες τις δυο εξαιρετικές ερμηνεύτριες  που ενσαρκώνουν την Έμυ και την αδελφή της την  Τερέζα; Είναι επαγγελματίες ηθοποιοί ή όχι;

Με την Abigail Loma που παίζει την Έμυ, στάθηκα πραγματικά πολύ τυχερή, βέβαια ξέραμε ότι θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο να βρούμε την Έμυ, αλλά τελικά τη βρήκαμε στο φιλιππινέζικο σχολείο στην Αθήνα. Κάναμε κάστινγκ και είδαμε όλα τα κορίτσια της ηλικίας της. Ήτανε δύσκολο να βρούμε κάποια κοπέλα που να μην είναι πολύ ντροπαλή, γιατί αυτή η κοινότητα είναι πολύ εσωστρεφής.

Μια φορά  πήγα και είδα την Αbigael στην εκκλησία της, μέσα στο πλήθος περνούσε εντελώς απαρατήρητη, όμως όταν ερχόταν στης οντισιόν είχε πολλή εσωτερική δύναμη και αυτό το μυστήριο, το τρομερό βλέμμα. Επίσης είναι πολύ έξυπνη, ενώ δεν είχε εμπειρία στο σινεμά καταλάβαινε ακριβώς τι ήθελα. Η επικοινωνία ήτανε πολύ καλή μεταξύ μας.

Η Hasmine Kilip που παίζει την Τερέζα αντιθέτως είναι από τις Φιλιππίνες. Την είδα σε μια μικρού μήκους, το Junilyn Has και μου άρεσε πολύ, δεν είχε training ηθοποιού, την ανακάλυψε αυτός ο σκηνοθέτης. Την συνάντησα  στο Γιορκ, στην Αγγλία όπου είχε εγκατασταθεί εν το μεταξύ με τον άντρα της. Όταν την είδα είπα: αυτή είναι η Τερέζα! Βρήκαμε μία Ελληνίδα στο Γιορκ και έκανε μαθήματα ελληνικών. Όταν τελικά γνωριστήκανε με την Abbigail ήταν το τέλειο match! Κατευθείαν, απ’ την πρώτη μέρα δηλαδή, ήτανε σαν πραγματικές αδερφές.

Βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα  την επιλογή των περιοχών της Αθήνας που επέλεξες για τα γυρίσματα σου: εκτός από το κέντρο, οπού φαίνεται να μένουν οι δυο αδελφές, το σπίτι της κυρίας Χριστίνας μοιάζει να βρίσκεται κάπου στο Φαληρικό Δέλτα και η Ψαραγορά στον Πειραιά.  Πώς προσέγγισες αυτή την πτυχή της ταινίας;

Με το φωτογράφο της ταινίας, τον Ki Jin Kim που είναι Κορεάτης, συνεργαζόμαστε από την εποχή που φοιτούσαμε στο CalArts. Τότε είχαμε κάνει και μια μικρού μήκους μαζί που πάλι είχε για μας κάποιες αντιστοιχίες προκλήσεις με την Holy Emy δηλαδή είχαμε δουλέψει με ένα μικτό καστ από επαγγελματίες ηθοποιούς και ερασιτέχνες σε locations όπως η Τιχουάνα, στο Μεξικό που έχουν αυτή την σκληρότητα αλλά εμείς θέλαμε να μην είναι αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι στην Τιχουάνα, έτσι και τον Πειραιά τον κάναμε να φαίνεται σαν ένα μέρος κάπως απροσδιόριστο και μυθικό! Επίσης μου άρεσε πολύ το γεγονός ότι ο Jin δεν είναι Έλληνας, οπότε ερχόταν εδώ έβλεπε κάπως αλλιώς την Ελλάδα, έβλεπε αλλιώς το φως της σε σχέση με εμάς. Μου άρεσε το ότι είχε  και αυτός την ματιά ενός αουτσάιντερ και αυτό δημιουργούσε έναν ωραίο αντικατοπτρισμό με την ίδια την Έμυ και με όλη τη φιλιππινέζικη κοινότητα που ζει κάπως σε έναν παράλληλο κόσμο με τον δικό μας μέσα στην Αθήνα.

Σκηνογραφικά  οι εσωτερικοί χώροι της ταινίας είναι ιδιαίτερα προσεγμένοι. Πώς δούλεψες αυτό το στοιχείο;

Η σκηνογράφος μου, υπεύθυνη για την καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας η Καλλιόπη Ανδρεάδη δούλεψε με πολύ πάθος και ακρίβεια στις λεπτομερείς. Αυτό που τους έλεγα είναι ότι δεν θέλω να πάμε σε όλα αυτά τα μέρη και να τα αλλάξουμε, να τα στυλιζάρουμε, αλλά ταυτόχρονα ήθελα να υπάρχει ένα είδος μαγείας, μια αίσθηση ρευστότητας μεταξύ του απτού ορθολογικού κόσμου και μιας άλλης κάπως μεταφυσικής διάστασης. Αυτό προσπαθήσαμε να πετύχουμε και με την Εύα Γουλάκου που έκανε τα κοστούμια και το μακιγιάζ. Ήθελα να αποδώσουνε την πραγματικότητα με έναν κάπως ρευστό τρόπο επειδή είναι ακριβώς αυτό το θέμα της ταινία, ένα δίλημμα δηλαδή σχετικό με αυτές τις ιαματικές ικανότητες που φαίνεται να έχουν μερικοί άνθρωποι. Αυτή η ενέργεια, η δύναμη που έχουν είναι κάτι χειροπιαστό, πραγματικό ή είναι μόνο μέσα στο μυαλό μας; Κάποιοι  «βλέπουν» ότι, ας πούμε, έχεις αυτή την αύρα, νιώθουν ότι μπορούν να την δουν και να την αγγίξουν, ότι είναι κάτι απτό…

Στιλιστικά η ατμόσφαιρα της Holy Emy είναι όντως ρεαλιστική και ονειρική συγχρόνως….

Ναι, μπορείς να περάσεις από την μια διάσταση στη άλλη αβίαστα γιατί αυτές οι δυο όψεις της ζωής συνυπάρχουν. Για να το καταφέρουμε αυτό στην ταινία, οι συνεργάτιδες μου ήρθανε πολύ συχνά μαζί μου όταν πηγαίναμε στην εκκλησία, ώστε να μπορέσουνε και εκείνες να παρατηρήσουνε από πολύ κοντά την κοινότητα, τους ανθρώπους, έτσι ώστε να πάρουμε όλα τα στοιχεία που μας αρέσουν και να τα εντάξουμε στον κόσμο της ιστορίας, να μην πάμε εμείς απλά να επιβάλουμε την ιστορία μας πάνω σε αυτό τον πραγματικό κόσμο. Και έτσι το δουλέψαμε.

Γύρισες την ταινία πριν ξεσπάσει η πανδημία;

Τελειώσαμε 28 Φλεβάρη του 2020 με την σκηνή του Επιτάφιου, που ήτανε και το πιο μεγάλο μας γύρισμα!

Πώς οργάνωσες το μοντάζ της ταινίας;

Το μοντάζ στην αρχή ξεκίνησε με την  Raphaëlle Martin-Holger που είναι Γαλλίδα. Η προηγούμενη δουλειά που είχε κάνει ήταν το Diamantino των Gabriel Abrantes  και Daniel Schmidt.  Η Raphaëlle πάντα συνηθίζει να συνεργάζεται με τους σκηνοθέτες των ταινιών που μοντάρει, και να συν-μοντάρει, αυτό μου άρεσε, γιατί υπάρχουν αντιθέτως μερικοί μοντέρ που θέλουν την ησυχία τους. Ήξερα ότι επειδή είμαι και εγώ μοντέρ ήθελα να μπορώ να συνεργαστώ στο μοντάζ. Bέβαια ο Covid μας διέλυσε…

Όσο γύριζα ακόμα μόνταρε παράλληλα η Raphaëlle. Μετά αρχίσαμε να μοντάρουμε μαζί και ξέσπασε  ο Covid… Τυχαία, συνεργαζόμασταν μια σειρά από μητέρες που μόλις είχαν γεννήσει, και εγώ και η sound designer η Περσεφόνη Μήλιου μόλις είχαμε γεννήσει! Δεν είχαμε πρόβλημα να βρούμε τους ήχους των μωρών, όλοι είχαν! Λόγω Covid η Raphaëlle χρειάστηκε να γυρίσει στη Γαλλία ενώ είχε έρθει στην Ελλάδα. Και μετά άρχισαν οι δυσκολίες… το πήρα εγώ να το δουλέψω μόνη μου γιατί είναι δύσκολο να τα κάνεις όλα από απόσταση, και το σάουντρακ και τη μουσική.

Φαίνεται ότι έχει γίνει μια πολύ ωραία, πλούσια παραγωγή. Πώς στήθηκε;

Αυτό που μας βοήθησε στο να καταφέρουμε να στήσουμε μια άρτια παραγωγή πιστεύω πως ήτανε πρωτίστως ο χρόνος που μπόρεσα να διαθέσω για να γράψω το σενάριο. Ασχολήθηκα πολλά χρονιά με αυτό. Επίσης μου πήρε πολλά χρόνια να ψάξω και να βρω τους χώρους για τα γυρίσματα. Όταν δεν έχεις χρήματα, έχεις χρόνο! Ξεκίνησα κάπου το 2013 να γράφω το σενάριο ενώ παράλληλα έψαχνα. Κάθε φορά πήγαινα στην φιλιππινεζικη εκκλησία  όλο και γνώριζα νέο κόσμο. Γνώρισα, για παράδειγμα, κάποιον που τραγουδούσε αυτά τα ωραία τραγούδια και τον προσθέσαμε στο κάστινγκ. Για να σου δώσω να καταλάβεις: δεν ψάξαμε τελευταία στιγμή να βρούμε κομπάρσους, οι άνθρωποι της κοινότητας ακολουθήσαν, κατά κάποιο τρόπο, όλη την πορεία της ταινίας σχεδόν από την αρχή.

Ο χρόνος βοήθησε αλλά ταυτόχρονα είχαμε και μια φοβερή διευθύντρια παραγωγής, την Άννα Ζωγράφου. Παράγωγος είναι το Studio Bauhaus, του Κωνσταντίνου Βασσίλαρου. Βρήκαμε όλους αυτούς τους άνθρωπος που ήτανε πρόθυμοι και είναι συνεχώς στο ψάξιμο για να μπορέσουν να βρουν αυτά τα ωραία στοιχεία και να μπουν στην ταινία, κάτι που δεν είναι θέμα χρημάτων, είναι θέμα πάθους για αυτή την δουλειά!

Ποιο είναι η σκηνοθέτες που σου αρέσουν και αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για το Holy Emy;

Μου αρέσει πολύ η σκηνοθέτης Jessika Housner και η ταινία της  Lourdes, ο Roman Polanski  μέσα από της πολλές ταινίες που έχει κάνει το Rosemary’s baby ήτανε σίγουρα μια από της αναφορές που μελέτησα  για το Holy Emy, για το στοιχείο του σασπένς που έχει όπως και το Tenant γιατί μου άρεσε πολύ το ότι είναι γείτονες και ο ένας ακούει τον άλλον… 


cinepivates

Συντακτική ομάδα

Μια σκέψη για το “Η Αρασέλη Λαιμού στους Cinepivates για την «Αγία Έμυ»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *