ΆποψηΑφιερώματαΘΕΜΑΤΑ

Δύο τρία πράγματα που αγαπώ στην φιλμογραφία του Γκοντάρ

Ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ είναι, χωρίς αμφιβολία, μια από τις κινηματογραφικές ιδιοφυΐες που διαμόρφωσαν την εικόνα του σύγχρονου κινηματογράφου. Πρωτοστάτησε στην  επανάσταση των τρομερών παιδιών της κριτικής των Cahiers du Cinéma ενάντια στο σινεμά του μπαμπά όπως το ονόμαζαν: τυποποιημένα μεγαλοαστικά δράματα με στερεοποιημένες αδιέξοδες ερωτικές ιστορίες ή αστυνομικές ιστορίες χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας. Ήδη από την κριτική του γραφή έθετε το ζήτημα της σχέσης του κινηματογράφου με την ζωή και τις άλλες τέχνες και με τις πρώτες ταινίες επιβεβαιώνει την επαναστατική του κινηματογραφική γραφή. Ακόμα και μετά από 50 χρόνια η σειρά των ταινιών που ξεκίνησε με την ταινία Με κομμένη την ανάσα έχουν την παράξενη δυνατότητα να σοκάρουν και να προβληματίζουν το κοινό που τις βλέπει. Αναρχικές, οπτικά γοητευτικές και ενίοτε αδιαπέραστες αλλά πάντα δροσερές οι ταινίες που σκηνοθέτησε την δεκαετία του 60 άλλαξαν τους κανόνες του κινηματογραφικού παιχνιδιού για πάντα. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που υποστηρίζουν ότι οι ταινίες του Γκοντάρ είναι παράξενες, γρήγορες, ενοχλητικές και με χαρακτήρες αδιαφανείς και μη ρεαλιστικούς με τους οποίους δεν ταυτίζεσαι εύκολα. Αλλά ακριβώς σε αυτές τις κατηγορίες έγκειται η γοητεία του κινηματογράφου του Γκοντάρ καθώς ο σκηνοθέτης δεν κάνει ταινίες που θα διασκεδάσουν αλλά ταινίες που θα προκαλέσουν τροφή για σκέψη,ταινίες που είναι ανοιχτές σε κριτική και θα ξυπνήσουν τα εγκεφαλικά κύτταρα των θεατών.

Σε καμιά στιγμή ο θεατής μιας ταινίας του Γκοντάρ δεν είναι ενήμερος ότι βλέπει κινηματογράφο. Απότομο μοντάζ, ξαφνικές σιωπές, διαφορά μεταξύ εικόνας και ήχου και κείμενο σε διπλοτυπία μέσα στο κάδρο είναι μόνο μερικά από τα τεχνάσματα του σκηνοθέτη για να αποσπάσει τον θεατή από τα κλισέ, να τον κάνει να χάσει τα σημεία αναφοράς του και να τον αποπροσανατολίσει τόσο ώστε το μόνο καταφύγιο του να είναι η έμφυτη νοημοσύνη του. Ο Γκοντάρ δεν μας θέλει παθητικούς θεατές παρατηρητές, ζητά από εμάς την κριτική μας, θέλει την νοητική δέσμευση μας απέναντι στο έργο του. Κάτι το οποίο αποκτά νόημα αν σκεφτούμε ότι ο τρομερός Ζαν Λυκ ξεκίνησε ως κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό Cahiers du Cinéma οπού μαζί με τους συναδέρφους του είναι η πρώτη γενιά που μεγάλωσε σε μια καθιερωμένη κινηματογραφική κουλτούρα,μια κουλτούρα με προκαθορισμένα είδη,κανόνες και θεματολογία. O Γκοντάρ σαν ένας ικανός μουσικός της τζάζ παίζει με τα στερεότυπα ανατρέποντας τις προσδοκίες μας και σχολιάζει παιχνιδιάρικα την φύση και την σημασία του κινηματογράφου ως μέσο. Ο Γκοντάρ ποτέ δεν έπαψε να είναι κριτικός απλώς άλλαξε μέσο και παρά τα διανοητικά του παιχνίδια κανένας άλλος σκηνοθέτης δεν κατάφερε να συλλάβει και να αποδώσει την σημασία του να είσαι νέος και να βαριέσαι και να ζεις στην περίοδο ακμής του καπιταλισμού. Φτάνει να θυμηθούμε τον χορό των τριών χαρακτήρων και την ξέφρενη κούρσα της ηρωίδας και των εραστών της μέσα στις αίθουσες του Λούβρου στην  Μια ξεχωριστή συμμορία ή τον Ζαν Πολ Μπελμοντό να πυροβολεί τον ήλιο στο  Με κομμένη την ανάσα για να καταλάβουμε ότι κανένας δεν έχει κάνει το υπαρξιακό άγχος και την ανία να φαίνονται τόσο ελκυστικά στην οθόνη όπως το κάνει ο Γκοντάρ.

To Με κομμένη την ανάσα είναι μια από τις ταινίες ορόσημα στην ιστορία του κινηματογράφου.Το σενάριο είναι όσο πιο απλό γίνεται : ένας μικροκακοποιός κλέβει ένα αυτοκίνητο,σκοτώνει ένα αστυνομικό και φτάνει στο Παρίσι για να βρει την αγαπημένη του,μια αμερικανίδα φοιτήτρια. Με αυτό το λεπτό σκελετό ιστορίας ο σκηνοθέτης κατορθώνει να φτιάξει μια βόμβα αχαλίνωτης ενέργειας χρησιμοποιώντας ένα απλό ύφος κινηματογραφώντας με την κάμερα στο χέρι και γράφοντας τους διαλόγους ανάλογα με την εξέλιξη του γυρίσματος. Δημιουργεί έτσι μια παράξενη ισορροπία καθώς από τη μια οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης οριοθετούν την ταινία στους δρόμους και τα παριζιάνικα καφέ αλλά από την άλλη οι ηθοποιοί μας οριοθετούν στον κινηματογραφικό κόσμο τους. Ο Μπελμοντό είναι ντυμένος σαν αμερικανός γκάνγκστερ όπως και όλοι οι άνθρωποι του υπόκοσμου τους οποίους συναναστρέφεται. Όλοι μοιάζουν να παίζουν ένα ρόλο και σε αυτό βοηθάει και η παρουσία φίλων κριτικών κινηματογράφου και σκηνοθετών όπως ο Ζαν Πιέρ Μελβίλ που παίζει τον ρόλο ενός γλοιώδη συγγραφέα στον οποίο παίρνει συνέντευξη η Πατρίτσια,η αμερικανίδα φοιτήτρια. Η Πατρίτσια είναι ένας από τους πολλούς αινιγματικούς χαρακτήρες των ταινιών του Γκοντάρ καθώς σε όλη την διάρκεια της ταινίας δείχνει να ψάχνει τον εαυτό της και μόνο προς το τέλος δείχνει να καταλαβαίνει τι θέλει από την ζωή.

Με το Με κομμένη την ανάσα ο Γκοντάρ θέτει την θεματική του σχετικά με την σχέση των δύο φύλων και την απαραίτητη προδοσία του άντρα από τη γυναίκα,αυτή την τραγωδία της ύπαρξης που μόνο η τέχνη μπορεί να εξυψώσει. Στα Ζούσε την Ζωή της και στο Η γυναίκα είναι γυναίκα και Μια ξεχωριστή συμμορία είναι η πλήξη και η συμπεριφορά των αντρών που κάνουν τις γυναίκες να καταφύγουν σε ακραίες καταστάσεις: στην πορνεία και την αναζήτηση νέου ερωτικού συντρόφου.Με τις ταινίες  Ο μικρός στρατιώτης και Οι καραμπινιέροι ο Γκοντάρ κάνει μια στροφή προς την πολιτική και εξετάζει την σχέση του ανθρώπου με την βία που αλλάζει. Επανέρχεται με δύο αριστουργήματα που εξετάζουν την αντίδραση του ανθρώπου απέναντι στην κοινωνία που αλλάζει : Η Περιφρόνηση είναι μια ελεγεία πάνω στο όμορφο στην τέχνη και την αντιπαράθεση ανάμεσα στο ήρεμο τέλος του κλασσικού κινηματογράφου και την αγχώδη αρχή του νέου κινηματογράφου . Ο τρελός Πιερό είναι ένα οπτικό πυροτέχνημα  που διηγείται το τέλος του ρομαντικού ήρωα με την έκρηξη στην οθόνη των τριών κυρίων χρωμάτων,μπλε, κίτρινο και κόκκινο σε κάθε πλάνο και την χρήση λογοτεχνικών αναφορών που θα κάνουν όλο και πιο συχνά την εμφάνιση τους στο έργο του σκηνοθέτη. Αλλά χρησιμοποιώντας και την διαλεκτική των μελλοντολογικών ταινιών όπως το Αλφαβίλ μια παράξενη περιπέτεια του Λεμί Κοσιόν και το Σαββατοκύριακο ο μεγάλος διανοητής εξετάζει την αλλάγη των ηθών και την αδυναμία προσαρμογής των ηρώων του στην σύγχρονη εποχή. Θα κλείσει αυτό που ονομάζουμε την μοντέρνα περίοδο του με άλλες δύο ταινίες που θέτουν τους ήρωες του αντιμέτωπους με την ανία και την δυσκολία του να ζεις στο απόγειο του καπιταλισμού με την εκπόρνευση να είναι το θέμα του Δύ τρία πράγματα που ξέρω για αυτή και με το Αρσενικό θηλυκό να ασχολείται εκ νέου με την νεολαία που έρχεται αντιμέτωπη με τα προβλήματα του κόσμου της δεκαετίας του εξήντα: την καθημερινή βία,τον πόλεμο του Βιετνάμ,την σεξουαλική επανάσταση,τον ρατσισμό,την σύγχυση των αξιών. Ένας διάτιτλος με την φράση Τα παιδιά του Μάρξ και της Κόκα Κόλα χρησιμοποιείται ως όρος για να χαρακτηρίσει την γενιά που ο Γκοντάρ παρατηρεί με αγάπη και ανησυχία, τα δύο βασικά συστατικά του βλέμματος του στον κόσμο.

Στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο,διαρκώς ανήσυχος. Γκοντάρ θα προσπαθήσει να συνδυάσει την ταινία υπόθεσης με το ντοκιμαντέρ με τις ταινίες Η Κινέζα  και τo  Made in Usa. Ταινίες που σημάνουν και την στροφή του Γκοντάρ σε ένα πολιτικό κινηματογράφο με την συμμετοχή του στην ομάδα Τζίγκα Βερτόφ. Το Ανατολικός Άνεμος  είναι ένα πολιτικό μανιφέστο που ο Γκοντάρ δένει τον πολιτικό λόγο με όμορφες εικόνες που παραπέμπουν σε κινηματογραφικές αναφορές. Μετά από περάσματα από Τσεχοσλοβακία,Ανατολική Γερμανία θα προσπαθήσει να κάνει μια ταινία για την Παλαιστίνη με την προσπάθεια να μην καρποφορεί αλλά με επιμονή χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες του προσφυγικού στρατοπέδου σε αντιπαράθεση με αυτές των απεργών στα εργοστάσια της Ρενό για να συνθέσει ένα πολιτικό λόγο ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση στην ταινία Εδώ και αλλού. Θα επανέλθει στην μυθοπλασία με το Όλα πάνε καλά με τους Τζέιν Φόντα και Υβ Μοντάν να είναι απλά τα μέσα για να εξετάσει το ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι διανοούμενοι στην επαναστατική διαδικασία και την αμφισβήτηση των καλλιτεχνικών πρακτικών τους. Το ανήσυχο πνεύμα του Γκοντάρ προσπαθεί συνεχώς να πιάσει τον σφυγμό της εποχής στην οποία ζει και στην δεκαετία του 80 με την ταινία Ο σώζων εαυτόν σωθήτω στην πιο δυνατή περίοδο της ανάπτυξης του καπιταλισμού μας διηγείται την ιστορία μια αστής που επιστρέφει στην φύση και μιας επαρχιώτισσας που πηγαίνει στην μεγάλη πόλη για να πέσει στην πορνεία. Στη μέση ένας άβουλος άντρας που αντιπροσωπεύει τον φόβο και τον εγωισμό. Με το Πάθος παίζει στα δύο πεδία,της τέχνης και της δουλειάς στο εργοστάσιο με τους δύο κόσμους να έρχονται κοντά μόνο στις στιγμές συναισθήματος όπου οι σχέσεις είναι πιο δίκαιες. Αυτή η ταινία είναι μέρος μιας άτυπης τετραλογίας μαζί με τις Όνομα Κάρμεν,Χαίρε Μαρία και Ντετέκτιβ όπου ο δημιουργός αντιπαραθέτει τους μύθους με τον σύγχρονο κόσμο και ταυτόχρονα θέτει ερωτήματα σχετικά με την δημιουργία και τους τρόπους έκφρασης της.

Στην δεκαετία του 90 η κινηματογραφική αναζήτηση του δημιουργού συνεχίζεται με τις ταινίες Αλίμονο σε μένα,και ΖΛΓκ/ ΖΛΓκ. Αυτοπροσωπογραφία και Μότσαρτ για πάντα που εμφανίζεται και η εμμονή που του προκαλεί ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία που συνεχίζεται και στην ταινία Η μουσική μας που το δεύτερο μέρος με τίτλο Καθαρτήριο προσπαθεί να διατηρήσει το διάλογο,τον διάλογο μεταξύ των λαών,μεταξύ των ζωντανών και των νεκρών,μεταξύ των θυμάτων και των στρατιωτικών, μεταξύ των εικόνων,των εικόνων και των λέξεων. Η Κόλαση είναι το καταστροφικό πάθος στο οποίο ο ίδιος ο άνθρωπος παραδίδεται μόλις έχει ξεφύγει από τον κατακλυσμό.Το  Καθαρτήριο είναι οι πολλαπλές δοκιμές συμφιλίωσης με το Σεράγεβο ως συμβολικό τόπο συνάντησης και πιθανού διαλόγου. Ο Παράδεισος μοιάζει  να είναι ένα απίθανο ιδανικό της μυθοπλασίας. Όλη η φιλοσοφία του Γκοντάρ αποτυπώνεται όμως στην σειρά ταινιών Ιστορία (ες) κινηματογράφου με την οποία ο δημιουργός τεκμηριώνει την άποψη του ότι ο κινηματογράφος δημιουργήθηκε για να προκαλεί την σκέψη και η σειρά των ταινιών είναι μια επίδειξη ότι ο κινηματογράφος θα μπορούσε να είναι ένα εργαλείο σκέψης και κατά συνέπεια ελευθερίας.Ο Γκοντάρ λειτουργεί δυαδικά σαν επιστήμονας που παρουσιάζει τα αποτελέσματα ενός πειράματος αλλά και σαν ο δημιουργός που ψάχνει την ανώτατη προσέγγιση της πραγματικότητας μέσω των εκφραστικών του μέσων. Ένα πείραμα που συνεχίζεται και στην νέα χιλιετία με τις ταινίες Eloge de l’amour και Film Socialisme. Στην πρώτη ταινία o Γκοντάρ μιλάει για την αντίσταση αλλά και την μετάδοση αξιών με αισθητική που θυμίζει βίντεο τέχνη με διπλοτυπίες,ξαφνικές εμφανίσεις στην οθόνη και κορεσμό των χρωμάτων, μέσω της ιστορίας τριών ζευγαριών κάθε ηλικίας. Στο Film Socialisme μας δίνει μια εικόνα της Ευρώπης πληγωμένης από τους πολέμους και την οικονομική κρίση και μέσω του συνδυασμού των εικόνων μυθοπλασίας γυρισμένων στο κρουαζιερόπλοιο και τις κλεμμένες σκηνές από τους δρόμους των πόλεων δημιουργεί την εικόνα μια κόλασης πολύχρωμης και βάναυσης,καθηλωτικής και εκτυφλωτικής ομορφιάς.

Για όλους αυτούς τους λόγους αγαπώ τον Γκοντάρ. Είναι ίσως ο μόνος δημιουργός που συμβαδίζει με τις εποχές που αλλάζουν,ένας ρομαντικός που πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο με τον κινηματογράφο. Γιατί σαν απόλυτος δημιουργός συνδιαλέγεται με την φύση και προσπαθεί να βρει τις λέξεις που δημιούργησαν τον Ουρανό και τη Γη.

Κωνσταντίνος Σκαρμούτσος

Παρά το γαλλικό μου ψευδώνυμο που είναι και το φιλμικό alter ego του Francois Truffaut, γεννήθηκα στην Αλεξανδρούπολη στης οποίας τους κινηματογράφους είχα τις πρώτες επαφές με τον κινηματογράφο. Από τη μια «Ο πόλεμος των άστρων» και από την άλλη ο «Τοίχος» του Γιλμάζ Γκιουνέι συνέστησαν το δίπολο πού με κυνηγάει. Τα άστρα του Χόλιγουντ και τα διακριτικά φώτα του cinéma d’auteur με οδήγησαν στην Γαλλία όπου ανδρώθηκα στην κινηματογραφική σκέψη. Τι μ’αρέσει; Απλό: όλες οι καλές ταινίες από όλα τα είδη εκτός από τις ρομαντικές κομεντί. Ιδιαίτερη προτίμηση σε ευρωπαïκό, ανεξάρτητο αμερικάνικο και ασιατικό κινηματογράφο. Κλείνω εδώ γιατί ως γνήσιος λάτρης του γαλλικού νέου κύματος μου αρέσει να μιλάω με τις ώρες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *