ΑφιερώματαΘΕΜΑΤΑΦεστιβάλ

56o ΦΚΘ: Ανασκόπηση Σαββάτου 7/11

Με το εξαιρετικό Ο γιος του Σαούλ του Λάζλο Νέμες συνεχίστηκε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Σάββατο. Η ταινία που κατέκτησε το δεύτερο βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών αποτελεί ένα σκεπτόμενο αριστούργημα που έρχεται να πει όλα όσα δεν έχουν πει εδώ και πολύ καιρό οι ταινίες για το Ολοκαύτωμα.

(Οι κριτικές είναι από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου):

Ο γιος του Σαούλ

5-popcorn

Son_of_SaulΟ Σαούλ είναι «κάπο» στο Άουσβιτς. Οι «κάπο» απολαμβάνουν το προνόμιο να παραμένουν ζωντανοί, την ώρα που καλούνται να κάνουν τη «βρώμικη» δουλειά. Να αναγκάσουν τους συνανθρώπους τους να δουλεύουν σκληρά, να οδηγούν τους υποψήφιους νεκρούς στα κρεματόρια, να καθαρίζουν τα πτώματα. Ο Σαούλ δεν αντιδρά. Μέχρι τη στιγμή που θα δει μπροστά του ένα αγόρι που θα θεωρήσει ότι είναι ο γιος του. Θυμίζοντας την επιμονή της Αντιγόνης να θάψει τον αδελφό της, ο Σαούλ είναι αποφασισμένος να προσφέρει στο αγόρι μια πραγματική ταφή. Γυρισμένο σε τετράγωνο κάδρο, με μία εξαιρετική ηχητική μπάντα, ο Λάσλο Νέμες δεν μας δείχνει στην πραγματικότητα τη φρίκη, μάς κάνει να την ακούμε και να τη φανταστούμε. Η κάμερά του είναι στραμμένη στον Γκέζα Ρέρινγκ και στη φρενήρη προσπάθειά του να καταφέρει να πραγματοποιήσει τον στόχο του. Σε έναν κόσμο όπου κάθε αίσθηση ανθρωπιάς έχει χαθεί, ο Σαούλ κρατιέται από την ελπίδα της αξιοπρέπειας του θανάτου. Ο Νέμες σε μεταφέρει στα βρώμικα υπόγεια του Άουσβιτς του 1944, στις άθλιες αίθουσες, έξω στη φύση. Δίνοντάς σου την αίσθηση του κλειστοφοβικού, του τρόμου, του θανάτου. Και ύστερα επιλέγει ένα τέλος σε διαφορετικό ύφος, ουτοπικό, αλλά και απαραίτητο σε μία ευρωπαϊκή παραγωγή βαρύνουσας σημασίας.

Tyler

Very Big Shot (Σπουδαίος και Τρανός)

two-half-popcorn

very big shot 000Ένα ενδιαφέρον μίγμα ταινίας από το Λίβανο. Πρόκειται για συμπαραγωγή Λίβανου και Κατάρ που σκηνοθέτησε ο Μιρ-Ζαν Μπου Τσαγιά. Επίκεντρο του ενδιαφέροντος μας ένας τοπικός μικρομαφιόζος και ένας φιλόδοξος σκηνοθέτης. Ξεκινάμε από τη νεαρή ηλικία, όπου ο Ζιάντ, που έχει ήδη λερωμένο μητρώο σε διαπλοκή με συμμορίες δολοφονεί κάποιον και τελικά για το έγκλημα κατηγορείται ο μικρότερος αδερφός του και πάει φυλακή αντί για αυτόν. Περνάνε τα χρόνια και αποφυλακίζεται ο μικρός για να βρει τον αδερφό του να έχει ανοίξει πιτσαρία βιτρίνα για να πουλάει ναρκωτικά. Μια μέρα ο Ζιάντ μπλέκεται ακόμα περισσότερο, κλέβοντας τεράστια ποσότητα ναρκωτικών από τοπικό καρτέλ. Για να τα «σπρώξει» βρίσκει τον σκηνοθέτη που θέλει να κάνει μια φιλόδοξη ταινία για τη σχέση ενός μουσουλμάνου και μιας χριστιανής. Ο Ζιάντ θέλει να κρύψει τα ναρκωτικά στις μπομπίνες του φιλμ, αλλά η ταινία τους πρέπει να κάνει και γυρίσματα για να είναι πιστευτή και να περάσει ανενόχλητα τα τελωνεία. Στην πορεία, λοιπόν, ο Ζιάντ θα αρχίσει να επεμβαίνει ενεργά στα γυρίσματα, όχι μόνο ως υποτιθέμενος παραγωγός, αλλά και στη σκηνοθεσία, στο σενάριο και σύντομα και στα media. Ενδιαφέρουσα ιδέα και κεντρική ερμηνεία (που παραπέμπουν άμεσα σε χαρακτήρα Κουστουρίτσα -βλέπε Underground), σε ένα σενάριο που παραπέμπει κυρίως σε καθαρόαιμη κωμωδία. Ο σκηνοθέτης όμως μοιάζει να μη τη διαχειρίστηκε όπως της άξιζε, προσπαθώντας να βάλει κι άλλα στοιχεία, που την βαραίνουν τελικά. Θρίλερ, σκοτεινή περιπέτεια και κοινωνική σάτιρα, μπλέκονται και θαμπώνουν τα κωμικά στοιχεία. Φυσικά, δεν είναι κακό μια ταινία να δυσκολεύεται να κατηγοριοποιηθεί, στην προκειμένη περίπτωση όμως είναι εις βάρος του τελικού αποτελέσματος.

Gimli

Zenaida (Ζενάιντα)

two-half-popcorn

zenaida movie 001Μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση, αποτελεί η ελληνική ταινία Ζενάιντα, των Τσάφα και Φώτου, που περιγράφει τη ζωή στη χώρα μας μιας αφρικανής κοπέλας, που απήχθει από τη χώρα της και εξαναγκάστηκε να πουλά το κορμί της, με τα ναρκωτικά να αποτελούν το μοναχικό της σύντροφο. Η ταινία διαθέτει υψηλού επιπέδου φωτογραφία και ήχο, ενώ έχει και πολύ ενδιαφέρον soundtrack, μπλέκοντας ethnic ήχους, με τζαζ και ηλεκτρονική μουσική. Οι σκηνοθέτες κινηματογραφούν όμορφα τη νύχτα, την Αθήνα το βράδυ, τη θέα από τον Λυκαβηττό και τα υπέροχα μποκέ (ιριδικές βούλες από τα φώτα της πόλης), ενώ τα ναρκωτικά και οι αναπολήσεις της πατρίδας, τους δίνουν την ευκαιρία για μερικούς ενδιαφέροντες πειραματισμούς ύφους. Φαίνεται η προσπάθεια να διατηρηθεί και να αποτυπωθεί στα πλάνα το δράμα και ο ρομαντισμός της τρυφερής ματιάς, παράλληλα με τον αισθησιασμό, χωρίς να περιπέσει στο λάθος μιας καθαρόαιμης ηδονοβλεπτικής ματιάς. Αυτή η επίτευξη ισορροπίας είναι μεγάλη επιτυχία της ταινίας. Οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε και τη σπουδαία παρουσία της κεντρικής πρωταγωνίστριας. Εξαιρετική ερμηνεία από την Μαρία Στεφανίδου, στο ρόλο της αφρικανής κοπέλας. Το πρόσωπο της πείθει, μαγνητίζει και ταυτόχρονα γεμίζει το φακό. Ενδιαφέρουσα είναι και η προσέγγιση του ρόλου, η αντιμετώπιση της ζωής, τα φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν, ένα αβέβαιο μέλλον στο βάθος. Παράλληλα, η καθημερινή ζωή που την αναγκάζει να χτίσει ένα αμυντικό τείχος γύρω της, θα ραγίσει όταν γνωρίζει τον νεαρό μετανάστη Έντι. Μπορεί όμως ένα τέτοιο ειδύλλιο να αναπνεύσει; Θα μπορέσουν τα ψυχικά τραύματα παρελθόντος και παρόντος να επιτρέψουν στην κοπέλα να απενοχοποιήσει μέσα της πράγματα για να απολαύσει τη χαρά του σεξ; Η περούκα, ωραία κάνει την εμφάνιση της στο φακό, προμηνύοντας κάθε φορά τη μεταμόρφωση της κοπέλας σε πεταλούδα της νύχτας. Η σκηνοθετική επιλογή της απουσίας διαλόγων σε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία, κάνει την ταινία άνευρη, χάνοντας σε ρεαλισμό, ενώ κάποια πλάνα της πόλης ιδίως την ημέρα ή επαναλαμβανόμενα, μοιάζουν απλά να θέλουν να αυξήσουν τη διάρκεια της ταινίας, χωρίς να προσθέτουν κάτι στην αφήγηση.  Σαφής και η έλλειψη ρυθμού σε σημεία, μοιάζει να εμποδίζει το θεατή να ταξιδέψει μαζί της με συνεχόμενη ροή. Κάπου εκεί διαφαίνεται ίσως και μια ασάφεια των δημιουργών προς τα που ήθελαν να γύρει περισσότερο η ταινία. Με λίγη περισσότερη προσοχή στους χρόνους τους και στόχευση σε αυτό που ήθελαν να πουν, από τους Αλέξη Τσάφα και Γιάννη Φώτου, τώρα σίγουρα θα μιλούσαμε για μια άλλη ταινία. Παρόλα αυτά, το Ζενάιντα αποτελεί τρανή ένδειξη ότι το ελληνικό σινεμά προχωρά και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει, ούτε και να φοβηθεί από άλλες ευρωπαϊκές ταινίες. Ίσως μάλιστα θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.

Gimli

Madame Courage (Μαντάμ Κουράγιο)

2popcorn

madame courage 000H νέα ταινία του γνώριμου σκηνοθέτη σε Κάννες, Βερολίνο και τώρα Βενετία, Μερζάκ Αλουάχε. Ο τίτλος αναφέρεται στο υποκοριστικό της πλέον διαδεδομένης ναρκωτικής ουσίας στους νέους στη σημερινή Αλγερία. Παρακολουθούμε έναν νεαρό χρήστη, που επιτήθεται σε ανυποψίαστες γυναίκες στο δρόμο και τους κλέβει τις τσάντες ή τα χρυσαφικά τους. Σε ένα από τα θύματα του, την Σέλμα, συναντά το αφοπλιστικό αθώο βλέμα και μέσα του αισθάνεται πράγματα για το νεαρό κορίτσι που αρχίζει να το ακολουθεί. Παράλληλα στην παράγκα που μένει, όπου δεν είναι καλοδεχούμενος, η αδερφή του έχει πρόβλημα με έναν μαφιόζο που έβγαινε. Ενδιαφέρον κεντρικός χαρακτήρας, σε μια προσέγγιση που μας θυμίζει κάτι από το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού. Τα «εξοντωτικά» αμόρσα, ίσως κάνουν αρκετούς να σιχαθούν να βλέπουν την πλάτη του νεαρού σχεδόν στο μισό έργο. Έντονη η κόντρα συναισθημάτων με το κήρυγμα του Αλλάχ που ακούγεται συχνά στις γειτονιές από όπου περνά ο νεαρός.

Gimli

Thirst (Δίψα)

one-half-popcorn

thirst 001 bulgarian movieH δίψα την οποία αναφέρει ο τίτλος θα την συναντήσουμε στις ψυχές όλων των πρωταγωνιστών. Εκφράζει τον πόθο που φωλιάζει στη σάρκα και πολλές φορές οδηγεί μυαλό και σώμα. Στην επαρχία της Βουλγαρίας ζει ένα νεαρό αγόρι με τη μητέρα και τον πατέρα του, έχοντας μια μικρή επιχείρηση που αναλαμβάνει το πλύσιμο κλινοσκεπασμάτων ξενοδοχείων. Το νερό όμως έχει στερέψει κι έτσι καλούν έναν περιπλανώμενο εργάτη με γαιοτρύπανο, η μικρή κόρη του οποίου υποτίθεται ότι έχει ταλέντο στην εύρεση νερού. Ενώ η γαιότρηση αργεί να φέρει αποτελέσματα, εκατέρωθεν πόθοι διαφαίνονται να σχηματίζονται. Το αγόρι ποθεί το νεαρό κορίτσι, για το οποίο δείχνει συμπάθεια και ο πατέρας του ο οποίος λόγω προβλημάτων με την καρδιά του αδυνατεί να κάνει έρωτα με τη γυναίκα του. Για τη γυναίκα του, από την άλλη δείχνει να τρέφει πόθο ο εργάτης. Όσο το τρυπάνι κάθε μέρα σκάβει όλο και πιο βαθιά στη γη για να καλύψει τη δίψα του, οι άνθρωποι μοιάζουν κι αυτοί να αναζητούν απεγνωσμένα να ξεδιψάσουν. Ο σκηνοθέτης, όμως επιλέγει στο τέλος την εύκολη λύση. Μπορεί να μην είναι κακή ως ταινία, όμως σίγουρα ο βουλγαρικός κινηματογράφος μας έχει παρουσιάσει πολύ καλύτερα δείγματα.

Gimli

Krisha (Κρίσα)

half-popcorn

krisha 000Μια ιδιόμορφη στην προσέγγιση της ταινία. Αρχίζει και δε μπορείς να καταλάβεις αν πρόκειται για ψευτοντοκιμαντέρ, κωμωδία ή δράμα. Γιατί το Κρίσα τα περιλαμβάνει όλα αυτά μαζί, με το ψυχολογικό δράμα να επικρατεί. Η Κρίσα, μια ταλαιπωρημένη μεσήλικη γυναίκα επιστρέφει μετά από δεκαετή εγκλεισμό για εθισμό σε ουσίες και αλκοόλ στην οικογένεια της για το τραπέζι των Ευχαριστιών (Thanksgiving). Το «ευχαριστώ» όμως δεν θα το πάρει έτσι εύκολα από του συγγενείς και τα παιδιά της που έχουν συσσωρεύσει πολύ φθόνο και πικρία από την προηγούμενη ζωή της. Ουσιαστικά πρόκειται για τη βραβευμένη μικρού μήκους του σκηνοθέτη Τρέι Έντουαρτ Σούλτς, την οποία μεταφέρει σε μεγάλου μήκους. Επ’ευκαιρίας, προσθέτει ερασιτέχνες ηθοποιούς – συγγενείς στην πραγματικότητα, για να προσδώσει αληθοφάνεια στην ταινία του. Το αποτέλεσμα είναι ένα χαμηλού προϋπολογισμού φιλμ, μίγμα αυτοσχεδιασμών και προσεγμένων πλάνων και αυτό, δυστυχώς, φαίνεται στην ταινία του. Υπάρχουν όμως κάποια σημεία ωραία σκηνοθετημένα, που η ψυχολογική ένταση μεταφράζεται σε ηλεκτρισμένο θρίλερ, καθώς και μερικές ενδιαφέροντες σουρεαλιστικές και ακατέργαστες ρεαλιστικές καταστάσεις. Ο χαρακτήρας του «κουνιάδου» ψυχολόγου Dr. Baker (Κρις Ντούμπεκ), με την σαρκαστική συζήτηση και τα πολλά σκυλιά κερδίζει τις εντυπώσεις.

Gimli

cinepivates

Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *