Φεστιβάλ

16o ΦΝΘ: Ανασκόπηση Παρασκευής (21/3/2014)

Λίγο πριν το τέλος, το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης συνεχίζεται με φουλ τις μηχανές. Οι Cinεπιβάτες σας μεταδίδουν καθημερινά το κλίμα από τη διοργάνωση. Την Παρασκευή ξεχώρισαν το αστείο και τρυφερό Ρεύματα Αγάπης από την Ουγγαρία, ενώ οι ταινίες των Μενέλαου Καραμαγγιώλη και Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου γέμισαν τις αίθουσες.

Ρεύματα Αγάπης

Το ‘Stream of Love’ σκύβει πάνω από τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας σε ένα επαρχιακό χωριό της Ουγγαρίας κι αυτοί μας το ανταποδίδουν στο δεκαπλάσιο με μια ταινία που αγαπήθηκε πολύ στο φεστιβάλ από το πρώτο της λεπτό ως το τέλος. Μια από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ και θα τολμούσα να πω και από τα φαβορί για το βραβείο κοινού. Με σόκιν αστεία αλλά και αυτοσαρκαστικό χιούμορ οι υπερήλικες μιλούν ανοιχτά για θέματα ταμπού και αντιπαραβάλουν την εποχή τους στη σημερινή. Το concept που δίνει απλά το έναυσμα για όλα αυτά ένας χαρωπός χήρος γέρος που αποφασίζει να εξετάσει τις αντίστοιχες χήρες του χωριού αναζητώντας νύφη! Οι εκ βαθέων και άνευ δισταγμού αποκαλύψεις γίνονται με τρόπο πηγαίο και χιουμοριστικό, με το παλιό καλό χιούμορ που εκλείπει στις μέρες μας. Θυμίζει σίγουρα στιγμές από το Μανάβη του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου που απολαύσαμε πέρσι. Τα τοπία είναι καταπληκτικά από μόνα τους, αλλά η υπέροχη φωτογραφία (ισορροπώντας στα όρια του στιλιζαρισμένου) κάνει το έργο ένα γλυκό παραμυθένιο ποίημα για την αιώνια νεότητα της ψυχής. Μακράν χαρακτηριστικότερη ατάκα της ταινίας για το σεξ «Αχ, Θεέ μου μαζί με την ικανότητα γιατί δεν έπαιρνες και τη λαχτάρα».

Η σκηνοθέτης αρχικά μας είπε ότι εξεπλάγην που τόσος κόσμος ήρθε να δει την ταινία της τόσο αργά (σ.σ. προβολή των 22.30!) ενώ οι περισσότεροι Ούγγροι τέτοια ώρα έχουν ήδη πάει για ύπνο. Μιλώντας μας για τον εαυτό της μας είπε ότι δεν της αρέσει καθόλου η ζωή στην πόλη της Βουδαπέστης και σε κάθε ευκαιρία δραπετεύει στα χωριά. Της αρέσει η φύση, το περιβάλλον, οι ηλικιωμένοι που ανοίγονται εύκολα και της μιλάνε. Απαντώντας σε ερώτηση για τη δυσκολία και τη διάρκεια των γυρισμάτων μας είπε: «Moυ πήρε 3 χρόνια. Σας φαίνεται πολύ; Φανταστείτε ότι για την προηγούμενη χρειάστηκα 7 χρόνια, από τα οποία τα 5 ήταν για να μαζέψω τα χρήματα. Εδώ ήταν 2,5 χρόνια γύρισμα και μισός χρόνος μοντάζ περίπου γιατί στην αρχή ξεκίνησα μόνη και μετά ήρθε η χρηματοδότηση». Τράβηξε με την προσωπική της HD κάμερα που είναι σχετικά φθηνή και το αποτέλεσμα βγήκε τόσο καλό που όλοι την ρωτάνε για τη φωτογραφία της. Χαριτολογώντας μας είπε «Τελικά είναι καλή κάμερα, μόνο κακό που έχει πολλά κουμπιά και δε ξέρω τι κάνει το καθένα». Το συγκεκριμένο χωριό είναι λίγο πιο μεγάλο από τα άλλα γύρω χωριά και έχει και λίγους νέους, όμως στα περισσότερα κατοικούν πλέον μόνο γέροι, όπως και σε εμάς στην Ελλάδα. Οι νέοι φεύγουν. Όσο αφορά την καταπληκτική σκηνή κλεισίματος της ταινίας ήταν αναμενόμενη η ερώτηση αν ήταν κάτι στημένο: «Ακόμα κι εγώ σοκαρίστηκα από αυτόν τον αυθορμητισμό δεν το πίστευα ότι συνέβαινε και σκεφτόμουν πόσο τυχερή είμαι. Αλλά αν δουλεύεις σκληρά και είσαι εκεί πολλές ώρες τότε σου έρχονται αυτά τα δώρα, πάντα κάτι συμβαίνει». Το μεγαλύτερο άγχος της το είχε όταν πρόβαλλε την τελική κόπια της ταινίας στους ηλικιωμένους πρωταγωνιστές της. «Κάθισα πίσω τους και περίμενα με αγωνία. Ηρέμησα μόνο όταν άρχισαν να γελάνε. Μερικοί μάλιστα βλέποντας την ταινία και ακούγοντας αποκαλύψεις συγχωριανών τους έμαθαν κουτσομπολιά που δεν τα ήξεραν τόσα χρόνια. Αστείο ήταν το γεγονός ότι κάποιοι με πλησίασαν και μου είπαν ότι δεν θα ήθελαν να δουν την ταινία οι οικογένειες τους, γεγονός που με άγχωσε πολύ, αλλά 5 λεπτά μετά ήρθαν και μου ζήτησαν την ταινία σε dvd για να τη δείξουν στις οικογένειες τους. Καταπληκτικοί άνθρωποι».

Gimli

Όλα Γίνονται

Κοντά στο πνεύμα του ‘Ρέματα Αγάπης’ το wszystko jest możliwe (Everything is Possible) ακροβατεί ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό, το ευχάριστο και το πικρό, όπως ακριβώς και η ζωή των πρωταγωνιστών της, της Τερέζας Μπάνκιεβιτς και του συντρόφου της. Η ταινία ξεκινά προσπαθώντας να αποκαλύψει το δράμα της ηλικιωμένης γυναίκας που έκανε να εξαφανίζεται για μεγάλα διαστήματα από το σπίτι της γυρίζοντας σχεδόν όλο τον κόσμο με ένα σακίδιο στην πλάτη και κάνοντας ωτοστόπ. Όσο περνά η ώρα οι δυο ηλικιωμένοι θα προβούν σε απολαυστικές αποκαλύψεις, με αποκορύφωμα τον γεροντο-έρωτα με τον Έλληνα αγαπητικό που πρόσθεσε ένα έξτρα χιουμοριστικό παράγοντα για εμάς τους θεατές. Αυτός που απογειώνει την ταινία κατά τη γνώμη μου είναι ο σύντροφος της Τερέζας με τον τρυφερό του χαρακτήρα αλλά και το χιούμορ που αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Η ουσία της ταινίας, εξάλλου, βρίσκεται στην αυτοκριτική των μεγάλων ανθρώπων, τον τρόπο διαχείρισης  μιας πληγής που θα πονά για πάντα και την συντροφικότητα όπως και αν αυτή εκφράζεται.

 Gimli

Κεριά στον Άνεμο

Ένα ντοκιμαντέρ που εξετάζει την αύξηση των αυτοκτονιών φτωχών καταχρεωμένων αγροτών και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες τους που αφήνουν πίσω. Χαρακτηριστικό δείγμα hindy κινηματογράφου, εσωτερικής περισσότερο κατανάλωσης, που έχει πλέον λεφτά για ποιοτικές παραγωγές (Bollywood) με υπέροχη εικόνα αλλά προσανατολισμένο μόνο σε δυτικά πρότυπα. Μάλλον σε αυτή την προσπάθεια μίμησης οφείλεται και το παράδοξο της άνευ λόγου αφήγησης στα αγγλικά -με προφορά πάντα- που μας βγάζει από το κλίμα που έχουν δημιουργήσει οι γυναίκες που μιλάνε στη μητρική τους γλώσσα. Οι τοκογλύφοι δανειστές αλλά και οι τράπεζες έχουν γίνει κράτος εν κράτη και ωθούν τους αγρότες στην αυτοκτονία, αφού πρώτα τους κατάσχουν τη γη τους, αφήνοντας της οικογένειες τους στα πρόθυρα της λιμοκτονίας. Δάνεια για γάμο, επισκευές στο σπίτι, για γέννα, για θεραπεία καρκίνου ενός μέλους της οικογένειας, για φυτοφάρμακα ή λόγω κατεστραμμένης σοδειάς, δάνεια ακόμα και για τα έξοδα κηδείας! Ακούγεται πάντως από μια από τις ερωτηθείσες ένα μικρό ψήγμα προόδου: Kατά το έθιμο στην κηδεία οι συγγενείς παραδίδουν την χήρα σε κάποιον άλλο. Η γυναίκα δε δέχτηκε και είπε «Η γυναίκα δεν είναι αγελάδα! Μια γυναίκα μπορεί να τα καταφέρει και μόνη της. Όποιος κι αν είναι ο άλλος δεν θα γίνει ποτέ δικός μου όπως ο προηγούμενος. Εξάλλου, αφού αυτός απέτυχε γιατί ο άλλος να τα πάει καλύτερα».

Gimli

Νενέτ

Η Νενέτ είναι μια υπερήλικας για το είδος της ουρακοτάγκος (40 χρονών) που ζει για χρόνια στο ζωολογικό κήπου του Παρισιού. Πάνω σε αυτήν εστίασε το ντοκιμαντέρ του (2010) ο επίσημος προσκεκλημένος του φετινού φεστιβάλ Νικολά Φιλιμπέρ. «Ο ζωολογικός κήπος του Παρισιού είναι από τους πιο παλιούς στον κόσμο. Μια μέρα πέρασα πάνω από 2 ώρες ακούγοντας τα σχόλια ανθρώπων που έβλεπαν τη Νενέτ και έτσι μου γεννήθηκε η ιδέα για το ντοκιμαντέρ αυτό. Η ταινία δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ για τους ουρακοντάγκους, είναι περισσότερο για τους ανθρώπους και το πώς αυτοί αντιλαμβάνονται τα πράγματα».

Ενδιαφέρον στοιχείο της προσέγγισης του σκηνοθέτη είναι ότι η κάμερα δεν ξεκολλά στιγμή από το κλουβί της Νενέτ. Βλέπει μέσα από τα μάτια μας και τα σχόλια του κόσμου φαίνονται να είναι δικά μας σχόλια και ίσως ταυτιστούμε με μερικά από αυτά. Σίγουρα πάντως ταυτίζονται οι ζωές πολλών Γάλλων επισκεπτών με την Νενέτ που κάνουν σχόλια όπως «Καημένη,  δεν έχει πολύ χώρο, ε βέβαια, είναι πανάκριβα τα ενοίκια στο Παρίσι » ή «Μάλλον της λείπει η πατρίδα της, όπως κι εμένα η δικιά μου». Το βασικό πρόβλημα της ταινίας που είδαμε και σε άλλα φετινά ντοκιμαντέρ αλλά όχι τόσο έντονα είναι ότι φαίνεται σε αρκετά σημεία ότι η ταινία κλείνει και δεν έχει να πει κάτι άλλο, αλλά τελικά συνεχίζει. Αυτά τα παρατεταμένα μεγάλα κενά την έκαναν αφόρητα κουραστική, ενώ θα μπορούσε να είχε αποτελέσει μια καθωσπρέπει ταινία μικρότερης διάρκειας.

Gimli

 

Ηθοποιοί: Ημερολόγιο Σπουδής

Τις ανησυχίες, τα όνειρα και τα βήματα μιας ομάδας φοιτητών της δραματικής σχολής ακολουθεί ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος στο νέο του ντοκιμαντέρ. Η κάμερά του τους παρακολουθεί για τρία χρόνια, όσο διαρκεί ο κύκλος σπουδών τους, και είναι εκεί για να καταγράψει τις καλές και τις κακές του στιγμές. Ο Δ.Κουτσιαμπασάκος έχει τη δυνατότητα να βγάζει από τους χαρακτήρες του χιούμορ και συγκίνηση και να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή. Ωστόσο, το ντοκιμαντέρ του είναι μάλλον παραδοσιακό στη προσέγγιση του θέματος και τελικά δεν ξέρω εάν προσφέρει σε κάποιον κάτι παραπάνω από αυτό που περίμενε. Μετά την προβολή των δύο ταινιών και ενώ ελάχιστος χρόνος είχε μείνει για τους δύο σκηνοθέτες να μιλήσουν, ο σκηνοθέτης παρουσίασε την ομάδα των ηθοποιών και αναφέρθηκε στις οφειλές τις ΕΡΤ, λέγοντας ότι οι περισσότεροι ντοκιμαντερίστες έχουν έρθει χωρίς χρήματα στο Φεστιβάλ.

Tyler

Should I Stay or Should I go

Μαζί με το ντοκιμαντέρ του Κουτσιαμπασάκου προβλήθηκε και εκείνο του Μενέλαου Καραμαγγιώλη. Από το Should I Stay or Should I Go περιμένεις κάτι διαφορετικό: αυτή δεν είναι μια ιστορία για ανθρώπους που αποφασίζουν να μείνουν ή να φύγουν, αλλά για ένα είδος θεάτρου σχεδόν ανεξερεύνητο στην Ελλάδα (το θέατρο ντοκιμαντέρ). Η ταινία αποτελεί περισσότερο μία παρουσίαση της παράστασης Tylemachos: Should I Stay or Should I Go, και μια καταγραφή των απόψεων των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτή (καθώς και των παιδιών του διαπολιτισμικού σχολείου που παρακολουθούν την παράσταση). Πολλές φορές φαινόταν σαν μια διαφήμιση της παράστασης, παρά ως ένα σχόλιο για τα παιδιά που μένουν ή που φεύγουν από την Ελλάδα.

Tyler

Ισόβια Δεσμά

Η ιστορία μοιάζει βγαλμένη από μυθιστόρημα. Ο Παλαιστίνιος Φαουζί Νίμερ παντρεύεται μία εβραία, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς του. Μετά τον πόλεμο του 1967 θα πραγματοποιήσει σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων κατά του Ισραήλ και θα συλληφθεί. Η μητέρα θα πάρει τα παιδιά της (ένα αγόρι και ένα κορίτσι) στον Καναδά και θα τα μεγαλώσει με αυστηρές εβραϊκές αρχές. Τα χρόνια περνούν και τα δυο παιδιά θα μεγαλώσουν μέσα στην εχθρότητα των δύο λαών και αναπτύσσοντας εντελώς διαφορετικές απόψεις και στάσεις απέναντι στο παρελθόν τους. Οι δύο σκηνοθέτες Νουρίτ Κεντάρ και Γιαρόν Σανί σωστά δεν επέλεξαν να επικεντρωθούν στην προσωπικότητα του Φαουζί Νίμερ, που θεωρείται ήρωας για τους Άραβες, αλλά στο πώς οι αποφάσεις και οι ζωές των παλαιότερων, έχουν αντίκτυπο στην ψυχοσύνθεση της νεότερης γενιάς (κατά το γνωμικό «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα»). Ο κεντρικός ήρωας, ο Νίμερ, ο γιος του Φαουζί Νίμερ, είναι ένας άνθρωπος ειλικρινής και πληγωμένος. Για αυτόν η θρησκεία και ο φανατισμός δεν είναι πράγματα που κάνουν καλό στην ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά χωρίζουν τους ανθρώπους.  Οι σκηνοθέτες δεν περιορίζουν την ιστορία τους στην αραβοϊσραηλινή διαμάχη, ούτε προσπαθούν να δείξουν ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Θέλουν απλά να αφηγηθούν μια απίστευτη –και άκρως ανθρώπινη- ιστορία.

Tyler

Κυρίαρχος του κόσμου

Από τις πιο άρτια σκηνοθετημένες και σωστά σεναριακά δομημένες ταινίες του φεστιβάλ. Η ταινία που πολλοί παρομοίωσαν με ένα ντοκιμαντέρ για έναν πρόσφατο ‘Λύκο της Γουόλ Στριτ’, μόνο που αυτή τη φορά έχει πράγματι εξηγήσεις για το πως δουλεύουν τράπεζες και χρηματιστήρια! Αν είστε εξοικειωμένοι με οικονομικούς όρους μπορείτε να την παρακολουθήσετε με σχετική ευκολία, αλλιώς απολαύστε την καταπληκτική φωτογραφία της. Εξάλλου πέραν των άδειων κτιρίων και των πανοραμικών πλάνων δε θα δείτε κάτι άλλο εκτός από τον μεσήλικα Γερμανό που μιλάει! Σε ένα σχεδόν φουτουριστικό περιβάλλον που συντελούν εγκαταλελειμμένοι ουρανοξύστες, πρώην κτίρια τραπεζών και χρηματιστηριακών κολοσσών, ή αλλιώς η    απόλυτη ‘ύβρης  του κεφαλαίου’ εκεί ξεδιπλώνεται σε όλο του το μεγαλείο η ζωή ενός τυπικά χαρακτηριστικού μεγαλοστελέχους, από golden boy μέχρι την πρόσφατη απόλυση του (από όσα δήλωσε –ή παραίτηση αν δείτε τα γράμματα στο τέλος). Με θάρρος ή και θράσος δίνει μερικές από τις πιο ειλικρινείς απαντήσεις σε καυτά θέματα, που φυσικά όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε, αλλά τα ακούμε αυτή τη φορά εκ των έσω. Οικονομικοί δολοφόνοι, χρηματιστηριακές απάτες, τραπεζικοί εκβιασμοί στις κυβερνήσεις. Γιατί οι τράπεζες δεν πρέπει να φοβούνται για το ρίσκο ενός νέου προϊόντος: γιατί ακόμα κι αν έχουν ζημιές το κράτος πρώτα θα στηρίξει τις τράπεζες φυσικά εις βάρος των φορολογούμενων. Ενδεικτικό το παράδειγμα ότι όταν μια κυβέρνηση χρειαστεί να θεσπίσει κονδύλια για κάποιον τομέα –την υγεία για παράδειγμα, που μπορεί να περάσουν ακόμα και χρόνια, ενώ για τη βοήθεια σε τράπεζες για το ίδιο ποσό σε 2 μέρες το ζήτημα της στήριξης έχει τακτοποιηθεί. Από την άλλη, βλέπουμε την θεοποίηση των μεγαλοστελεχών. Παίρνοντας μισθούς εξωπραγματικούς μετατρέπονται σε ένα άλλο είδος ανθρώπου, μιας ανώτερης κάστας που ζει αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο.  Βλέπουμε τις επιπτώσεις που έχει στην οικογενειακή τους ζωή, αλλά και την λανθασμένη νοοτροπία με την οποία την αντιμετωπίζουν. Υπό άλλες συνθήκες κάποιος θα διερωτόταν αν αυτός ο άνθρωπος θα έπρεπε να φοβάται με αυτά που αποκαλύπτει να μην καταλήξει σε κάποιο χαντάκι. Το ότι δεν έχει κανέναν δισταγμό είναι περισσότερο απογοητευτικό, δείχνοντας ότι το σύστημα αυτό δεν φοβάται τίποτα ούτε πιστεύει ότι μπορεί κανείς να το σταματήσει. Απλά ανεβάζοντας τους στόχους κάθε χρόνο 10% παραπάνω (όπως αναφέρει ως παράδειγμα) χωρίς να νοιάζεται για τη ρεαλιστικότητα των στόχων. Όλα είναι απλά νούμερα μοιάζοντας με ένα άρρωστο αέναο παιχνίδι, όπως ωραία είχε παρουσιάσει ο Γαβράς στο περσινό Le Capital.  Φυσικά ο ομιλητής αναφέρεται και στην Ελλάδα και για το μέλλον προβλέπει Γαλλία! Υπάρχουν μια-δυο στιγμές που δεν δέχεται να απαντήσει μπροστά στην κάμερα απογοητεύοντας. Η υπέρτατη ειρωνεία έρχεται στο τέλος να επιβραβεύσει όσους το παρακολούθησαν προσεκτικά, δείχνοντας ότι ούτε ο ομιλών τελικά θα βάλει ποτέ μυαλό! Η όποια ρομαντικότητα έχει αφήσει να φανεί κρύβει το φοβισμένο μυαλό μιας δολοφονικής, ψυχρής, υπολογιστικής μηχανής που δεν σταματά λεπτό να κάνει πράξεις. Το απόλυτο ψυχογράφημα ενός golden boy.

Gimli

Τραγούδι από το δάσος

Ο Λούις Σάρνο, συμμαθητής και φίλος του Τζιμ Τζάρμους άκουσε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι από την κεντρική Αφρική που τον μάγεψε τόσο ώστε θέλησε να το ακολουθήσει να δει από πού προέρχεται και να γνωρίσει τους ανθρώπους που το τραγουδούσαν. Ο δρόμος τον έφερε στην καρδιά της γηραιάς ηπείρου, όπου έζησε 25 χρόνια στην καρδιά του περίφημου Rain Forest ανάμεσα στους Πυγμαίους της φυλής Μπαγιάκα. Ο σκηνοθέτης συναντά αυτόν τον άνθρωπο και βλέπει τη ζωή του κοντά στους Μπαγιάκα. Μετά ακολουθεί τον Λούις και τον γιο του Σαμντί πίσω στη Νέα Υόρκη εκπληρώνοντας μια υπόσχεση του πατέρα προς το γιο. Η ταινία ουσιαστικά επικεντρώνεται σε αυτό το ταξίδι αντιπαραβάλλοντας τη διαφορά των δυο κόσμων. Μουσικά το κοντράστ έρχεται με μουσικά κομμάτια και ήχους της ζούγκλας σε αντίθεση με την αναγεννησιακή χορωδιακή μελωδία που εκπροσωπεί τον δυτικό πολιτισμό. Παρά τα δυνατά στοιχεία του, την αύρα διαλογισμού που μας περνά, την ωραία ομιλία του Τζάρμους και το χωριό των Μπαγιάκα που είναι μαγικό από μόνο του, η ταινία χάνει τον προσανατολισμό της και φαίνεται να ξεφεύγει από το θέμα της. Η παρουσίαση της μουσικής είναι τουλάχιστον φευγαλέα, όπως και η ζωή των Μπαγιάκα. Θα περίμενε κανείς να εντρυφήσει περισσότερο στην καθημερινή τους ζωή, στο χορό και το τραγούδι (που παρουσιάζεται σε μια σεκάνς αρκετά στυλιζαρισμένο), στο κυνήγι ή τα φαγητά που αναφέρονται αλλά δε βλέπουμε ποτέ.  Ήταν μοναδική ευκαιρία να δοθεί μια ανθρωπολογική ματιά σε αυτό το λαό και να εξηγηθούν καλύτερα οι λόγοι που ο Λούις Σάρνο επέλεξε να μείνει τόσα χρόνια κοντά τους και να ηχογραφήσει πάνω από 1.000 ώρες μουσικής! Αξίζει να αναφέρουμε ότι σε μία στιγμή που ο Λούις ανοίγει το ραδιόφωνο για να ακούσει ειδήσεις στο BBC, η είδηση που ακούγεται είναι η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Λουκά Παπαδήμο στην Ελλάδα, μια είδηση που φαίνεται ότι έφτασε μέχρι τον κόσμο των Μπαγιάκα!

Gimli

Η Εικόνα που λείπει

Η πρωτότυπη εξιστόρηση πραγματικών γεγονότων όπως καταγράφηκαν στην Καμπότζη μπροστά στα παιδικά μάτια του αφηγητή που επέλεξε όμως πήλινες μινιατούρες σαν παιχνίδια και μακέτες κλίμακας για τοπία αναπαράστασης. Η ταινία the missing picture που προτάθηκε φέτος για όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας (αλλά όχι και ντοκιμαντέρ) έχει δυο-τρία σημεία απαράμιλλης καλλιτεχνικής ομορφιάς. Θα μπορούσε να είναι ένα ξεχωριστού χαρακτήρα αριστούργημα αν δεν είχε την θλιβερά μονότονη έγχορδη μουσική  στο μεγαλύτερο μέρος της και την απαλή υπνωτιστική φωνή του ομιλητή σε μόνιμο voice over. Σκηνοθετικά, τα πλάνα και τα κάδρα στις μικρές πήλινες φιγούρες ήταν αριστοτεχνικά μελετημένα. Στο πρώτο μέρος φαντάζουν περισσότερο ενσταντανέ φωτογραφίες, ενώ στο δεύτερο μέρος με την εισαγωγή μερικής κίνησης πραγματικά ζωντανεύουν. Αν υπήρχε διάλογος ή έστω η εξιστόρηση της ιστορίας γινόταν με λίγο περισσότερο χρώμα στη φωνή του αφηγητή πιστεύω η ταινία θα έδινε στο κοινό μεγαλύτερη δυνατότητα να χαθεί μέσα της. Από την άλλη, όμως, όλη αυτή η ‘παραμυθοποίηση’ των γεγονότων να δείχνει την προσπάθεια του δημιουργού να αποστασιοποιηθεί από όλα τα τραγικά γεγονότα που έζησε και εξιστορεί.

Gimli

cinepivates

Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *