ΘΕΜΑΤΑΦεστιβάλ

Νύχτες Πρεμιέρας: Ανασκόπηση Πέμπτης (22/09/2016)

la-pazza-gioia-001

La Pazza Gioia / Η Τρελή Χαρά

Σκηνοθεσία: Πάολο Βίρτσι

3popcorn

la_pazza_gioia-01Μετά το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», ο ιταλός σκηνοθέτης Πάολο Βίρτσι στρέφει το βλέμμα του σε δύο γυναίκες. Το «Μες την Τρελή Χαρά» είναι κάτι ανάμεσα σε «Θέλμα και Λουίζ» και «Girls Interrupted». Η ταινία δεν διστάζει να στηλιτεύσει ξανά την ανώτερη τάξη της Ιταλίας. Η Μπεατρίς, μία μυθομανής μεγαλοαστή που εγκατέλειψε τον πλούσιο δικηγόρο σύζυγό της, ακολουθώντας τα κάλλη ενός απατεώνα συναντά την Ντονατέλα σε μία ψυχιατρική κλινική. Οι δύο γυναίκες θα το σκάσουν και θα αναζητήσουν στιγμές ελευθερίας και κατανόησης των γύρω τους, καθώς και συνειδητοποίησης της κατάστασης στην οποία έχουν βρεθεί. Χρησιμοποιώντας εναλλάξ κωμικά και δραματικά στοιχεία, ο Πάολο Βίρτσι βουτάει στην γυναικεία ψυχοσύνθεση δύο γυναικών με ψυχολογικά προβλήματα, παραδίδοντας μια ανθρώπινη ταινία με ένα φινάλε που απογειώνεται. Οι δύο συμπρωταγωνίστριες αποτελούν ένα καλοκουρδισμένο δίδυμο, αλλά είναι η Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι εκείνη που απογειώνει την ταινία με την ερμηνεία της.  Η ταινία συμμετείχε επισήμως στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών του Φεστιβάλ των Καννών.

Nocturne

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος

two-half-popcorn

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Όπως γίνεται συχνά με τις πρώτες ταινίες, έτσι κι εδώ υπάρχουν πολύ καλά δείγματα και σημεία, μια ταινία που θα μπορούσε ακόμα και να απογειωθεί –τουλάχιστον φεστιβαλικά, αλλά με αρκετά προβληματάκια –κυρίως σεναριακά που την κρατούν χαμηλότερα. Διαθέτει ωραία φωτογραφία και αρκετά καλές ερμηνείες, δε θα ήθελα να ξεχωρίσω κάποιον, επειδή ακριβώς η πολυεθνικότητα λειτουργεί υπέρ της, από την απολαυστική βαριά ουαλέζικη προφορά του Τίλι (τι κι αν αρχικά ήθελαν σκωτσέζο στο σενάριο ε;) στην πειστική προφορά της Λένα Παπαλιγούρα, τα βαθιά υγρά μάτια του Σάσα Αλεξάντερ. Αλλά δε καταφέρνει να χτίσει ενιαία ατμόσφαιρα, είτε κλειστοφοβική, είτε ονειρική, είτε θρίλερ, τραβάει προς κάποιες κατευθύνσεις αλλά λίγο αναποφάσιστα και τελικά μένει κάπου στη μέση, ενώ έχει τα θεματάκια της και στον ήχο. Παρόλα αυτά είναι τουλάχιστον ενθαρρυντικό ως πρώτο δείγμα γραφής για τον Κωνσταντίνο Φραγκόπουλο, αποτελώντας την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία.

Στην ομιλία ο σκηνοθέτης, όσο και το team μας μίλησαν για τη δυσκολία στα κουστούμια, που ήθελαν να είναι άχρονα, όπως ο χρόνος που διαδραματίζεται η ταινία, δηλαδή να μη μπορεί ο θεατής να τα προσδιορίσει ακριβώς χρονικά, αλλά κυρίως για τη δυσκολία στα γυρίσματα, που ήταν να γίνουν στο Νιου Καστλ της Αγγλίας, αλλά τελικά επιλέχθηκε η Ελλάδα, κάτι που βοήθησε την ταινία με τα ίδια χρήματα να γίνει καλύτερη παραγωγή. Από την άλλη, η πιο δύσκολη μέρα των γυρισμάτων συνέπεσε με τη μέρα που επιβλήθηκαν τα capital controls, κάτι που ίσως ήταν και τύχη, διότι αν είχε γίνει μια μέρα πριν η ταινία πιθανότατα δε θα τελείωνε! Με τη μεταφορά από Βρετανία σε Ελλάδα υπήρξαν μικρές αλλαγές στο σενάριο, αλλά όχι σημαντικές, μιας που απαιτούσε πολύ χρόνο. Έτσι προτιμήθηκαν πιο μικροί, σύντομοι διάλογοι για το ελληνικό καστ που θα έπρεπε να μιλά στα αγγλικά. Όπως είπε χαριτολογώντας ένας εκ των πρωταγωνιστών «δε μπορούσαμε και καλύτερα, αυτό είχαμε», ενώ η συμπρωταγωνίστρια του μίλησε πολύ σωστά για ένα αγγλόφωνο σύγχρονο πύργο της βαβέλ.  Το υπόγειο γκαράζ που επιλέχθηκε ήταν πολύ κοντά στην αίθουσα προβολής, στην πλατεία κλαθμώνος. Όταν επιλέχθηκε ο Όουεν Τίλι, περισσότερο γνωστός στο σκηνοθέτη από την πορεία του στο θέατρο, όλοι στο καστ ήξεραν ότι παίζει ένα μικρό ρόλο στο Game of Thrones. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, παρόλο που ο ίδιος δε τους είχε πει τίποτα προβλήθηκε το επεισόδιο που σκότωνε τον Τζον Σνόου και όπως είναι φυσικό όλη η ομάδα έπεσε πάνω του, τον παρακαλούσε μέχρι και απειλούσε να τους αποκαλύψει αν ο δημοφιλής χαρακτήρας ζει ή όχι.

Sausage Party

Σκηνοθεσία: Γκρεγκ Τίρναν, Κόνραντ Βέρνον

4-popcorn

949846 - SAUSAGE PARTYΤα τρόφιμα περιμένουν στα ράφια των σουπερμάρκετ τη στιγμή που θα τα επιλέξουν οι… θεοί και θα πάνε στo Great Beyond, τον δικό τους παράδεισο. Δεν γνωρίζουν, όμως, ότι ο παράδεισος αυτός είναι γεμάτος βία, θάνατο και τρόμο, καθώς οι άνθρωποι ως γνωστόν καταναλώνουν τα τρόφιμα χωρίς ενοχές. Ένα λουκάνικο, μαζί με ένα ψωμάκι, ένα μπέιγκελ και μία αραβική πίτα θα προσπαθήσουν να ανακαλύψουν την αλήθεια στους διαδρόμους του σούπερ μάρκετ, την ώρα που σε άλλα προϊόντα η φρικτή αλήθεια αποκαλύπτεται. Ταινία που σε μερικά χρόνια θα θεωρείται cult, το ακατάλληλο για ανηλίκους animation του Σεθ Ρόγκεν είναι απολαυστικότατο και δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Πολιτική, θρησκεία, ανθρώπινες σχέσεις, όλα πέφτουν θύμα της κάφριλο-σάτιρας του Σεθ Ρόγκεν. Και φυσικά υπάρχουν στοιχεία που θα προσβάλουν εβραίους, μουσουλμάνους, ομοφυλόφιλους, χριστιανούς, ακόμα και τον… Στίβεν Χόκινγκ, αλλά αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο από έναν τύπο όπως ο Σεθ Ρόγκεν. Ο θεατής θα βαρεθεί να μετράει fuck και μπορεί να επιλέξει να προσβληθεί ή να απολαύσει την ταινία. Ο Σεθ Ρόγκεν γνωρίζει ότι εάν είναι να προσβάλεις, καλύτερα να προσβάλεις τους πάντες για να μη σε κατηγορήσουν ότι δεν είσαι δίκαιος. Το κάνει και στην πορεία επιφυλάσσει στο κοινό και αρκετά αστεία -όπως οι  καβγάδες μεταξύ «εβραϊκού» μπέιγκελ (ο Έντουαρντ Νόρτον μιμείται τον Γούντι Άλεν σε μια απολαυστική ερμηνεία) και αραβικής πίτας. Το «Πάρτι με λουκάνικα» είναι η ταινία που γύριζε ο Deadpool εάν ήταν διευθυντής της Pixar.

Inhebbek Hedi/ Η Ιστορία του Χέντι

Σκηνοθεσία: Μοχάμεντ Μπεν Άτια

3popcorn

201610522_2_img_fix_700x700Ο 25χρονος Χέντι πρόκειται να παντρευτεί σε λίγες ημέρες τη γυναίκα που του διάλεξε η μητέρα του. Το αφεντικό του δεν του επιτρέπει να πάρει άδεια και τον αναγκάζει να φύγει σε επαγγελματικό ταξίδι. Σε μία Τυνησία που αλλάζει και που ελπίζει σε καλύτερο μέλλον (λίγο μετά τις διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τη χώρα), ο Χέντι θα βρεθεί να ερωτεύεται τη νεαρή Ριμ, μία κοπέλα απελευθερωμένη, ένα παράθυρο προς έναν διαφορετικό κόσμο. Θα ονειρευτεί μία διαφορετική ζωή και θα θελήσει να επαναστατήσει. Μία ρεαλιστική ταινία, γυρισμένη με τρόπο νατουραλιστικό, αλλά ταυτόχρονα και μία αλληγορία για τις μουσουλμανικές χώρες που επιθυμούν να φέρουν την αλλαγή, αλλά δεν είναι σίγουρο ότι μπορούν. Γυρισμένη Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στον πρωταγωνιστή της Ματζ Μαστούρα, ο οποίος κέρδισε Αργυρή Άρκτο Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας μεταφέρει την σχεδόν υπνωτισμένη ύπαρξή του από τόπο σε τόπο, φτάνοντας σε ένα ξέσπασμα – μάθημα υποκριτικής προς το τέλος της ταινίας. Ωστόσο και η Ριμ Μπεν Μεσαούντ που ερμηνεύει τη Ριμ είναι μία γεμάτη φρεσκάδα ύπαρξη που γεμίζει την οθόνη με το χαμόγελό της και την πληθωρική της προσωπικότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία -η οποία κινείται σε αρκετά αργούς ρυθμούς- έλαβε επίσης το βραβείο καλύτερης πρώτης ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Remainder / Απομεινάρια

Σκηνοθεσία: Ομέρ Φαστ

one-half-popcorn

Μετά από ένα μυστηριώδες ατύχημα, μιας τεράστιας τζαμένιας οροφής εμπορικού κέντρου που πέφτει στο κεφάλι του, ένας νεαρός χάνει τη μνήμη του, του ποιος είναι αλλά και σχεδόν ολόκληρης της πρότερης ζωής του, παρά κάποιες χαοτικές αναμνήσεις, φαινομενικά ασύνδετες, που δε μπορεί να ξεχωρίσει αν είναι πραγματικές ή από όνειρο. Καθώς μοιάζει αδύνατο να συνεχίσει να ζει έτσι, αλλά και εισπράτει υπέρογκα ποσά αποζημιώσεων για το ατύχημα του, ο νεαρός βρίσκει έναν ιδιαίτερο τρόπο να προσπαθήσει να ανακτήσει τη χαμένη μνήμη του. Μισθώνει ανθρώπους να αναπαραστήσουν τις στιγμές αλλά και τα τοπία που βλέπει. Παράλληλα, κάποιοι περίεργοι τύποι φαίνονται να τον αναζητούν, με όχι τόσο αγαθές προθέσεις, ενώ ο ίδιος μοιάζει να έχει deja-vu με ορισμένους ανθρώπους σαν να εξελίσει κάποιες μαντικές ικανότητες.

Βασισμένο σε μυθιστόρημα του Τομ ΜακΚάρθι, το Remainder είναι ένα μεγαλόπνοο σκηνοθετικό ντεμπούτο που πράγματι βαδίζει σεναριακά στα χνάρια των «Memento» και «Primer». Αυτά όλα τα ενδιαφέροντα στοιχεία όμως, δυστυχώς λένε μόνο την μια πλευρά της αλήθειας, καθώς το τελικό αποτέλεσμα μάλλον είναι διαφορετικό από ότι θα περιμένατε. Έχει προσεγμένη φωτογραφία και ξεχωριστή χρωματική παλέτα, μη ξεχνάμε ότι ο σκηνοθέτης, Ομέρ Φαστ, ξεκίνησε και από video-artist, έχει όμως εξουθενωτικά αργούς ρυθμούς αφήγησης και ένα εξοντωτικό βουητό ως υποτονικό μουσικό μοτίβο που θα σας κάνει να νυστάξετε ακόμα κι αν έχετε ξυπνήσει πριν από λίγο και ήπιατε δυο καφέδες απανωτά. Το μυστήριο του παρελθόντος του άντρα, οι εικόνες που περνούν σαν σαϊτες στο μυαλό του, αλλά και η πρωτότυπη σεναριακή ιδέα της ανακατασκευής και σκηνοθεσίας ολόκληρου του περιβάλλοντος ενός ονείρου, εισάγει σε ένα σουρεαλιστικό κόσμο βρετανικής κινηματογραφικής κουλτούρας, που δυστυχώς αντί να χτίσει ατμόσφαιρα δημιουργεί ένα περιβάλλον σχεδόν βασανιστικό για τον θεατή.

Hired Gun / Βιρτουόζοι Προς Ενοικίαση

Σκηνοθεσία: Φραν Στράιν

3popcorn

Ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό ντοκιμαντέρ, ιδιαίτερα για το χώρο του hard rock και μέταλ, μας φέρνει στο φως ιστορίες μισθοφόρων μουσικών των τελευταίων δεκαετιών και τις ιδιαίτερες ιστορίες τους. Ταλαντούχοι μουσικοί, που έμειναν πάντοτε στη σκιά του φρόντμαν ενός συγκροτήματος, είτε μίσθωναν τις υπηρεσίες τους σε καλλιτέχνες για τις ανάγκες μιας συναυλίας ή μιας ολόκληρης περιοδίας ή μιας ηχογράφησης δίσκου. Σε πολλές περιπτώσεις μια τέτοια συνεργασία κρατούσε μικρό χρονικό διάστημα, σε κάποιες άλλες πολλά χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα κάποιος από αυτούς να γίνει τελικά μέλος ενός συγκροτήματος. Αυτοί οι άνθρωποι που πέρασαν πολλές φορές από μεγάλα συγκροτήματα όταν αυτά ήταν στο pick της πορείας τους, που μπορεί να συνέβαλλαν ενεργά σε μεγάλες επιτυχίες τους, ακόμα και γράφοντας τραγούδια και συνθέτοντας μελωδίες για αυτούς, σχεδόν ποτέ δεν έπαιρναν τα εύσημα, ενώ συνήθως πληρώνονταν ψίχουλα σε σχέση με τα μεγάλα ονόματα, εκάστοτε τραγουδιστών ή μάνατζερ.

Από τις θλιβερές ιστορίες που κάποιος έπρεπε να αντικαταστήσει κάποιον μουσικό που πέθανε, όπως ο μπασίστας των Metalica ή ο κιθαρίστας του Ozzy, μέχρι ιστορίες αισχάτης προδωσίας, καθώς μια μπάντα μετά από χρόνια θεωρείται λίγο πολύ μια οικογένεια. Μπροστά στο φακό θα παρελάσουν πολλά ονόματα και θα μιλήσουν ανοιχτά για τον τρόπο που δουλεύει το μουσικό κύκλωμα, από τον Alice Cooper μέχρι την P!nk, ενώ οι μουσικοί δε θα παραλείψουν να παίξουν αρκετές φορές όλοι μαζί, σε μερικά ωραία δείγματα ροκ jammin’. Το ντοκιμαντέρ είναι ίσως λίγο μονόπλευρο μουσικά, ως προς το θέμα του, μη καλύπτοντας ολόκληρη την μουσική γκάμα, ενώ ίσως θα μπορούσε να πιέσει περισσότερο τους μουσικούς να βγάλουν περισσότερα προς τα έξω, από κάποιες ιστορίες που είναι λίγο πολύ γνωστές στο χώρο. Παρόλα αυτά, ιδιαίτερα για τους λάτρεις του hard rock, το ντοκιμαντέρ δε μπορεί παρά να είναι ένα must see.

Bang! The Bert Berns Story / Μπερτ Μπερνς: Ο Άνθρωπος Πίσω από τα Χιτάκια

Σκηνοθεσία: Μπρετ Μπερνς, Μπομπ Σαρλς

2popcorn

O Μπερτ Μπερνς υπήρξε ένας ιδιαίτερος μουσικοσυνθέτης και μουσικός παραγωγός των 60’s, όπου δυστυχώς ελάχιστοι γνώριζαν, ακόμα και μέσα από το χώρο της μουσικής. Γεννημένος το 1929, με προβληματική καρδιά από ασθένεια που πέρασε μικρός, οι γιατροί αρχικά του έδιναν ελάχιστο χρόνο ζωής κι έτσι οι γονείς του τον κρατούσαν σπίτι και του πήραν πιάνο και κιθάρα. Ο Μπερνς μέχρι το 1967 όπου τελικά πέθανε, σε ηλικία 38 χρονών, κατάφερε να κάνει εξαιρετικά πράγματα, να μπει στην επανάσταση της μουσικής βιομηχανίας, να στήσει δυο μεγάλες δισκογραφικές, να γνωρίσει πολλές προσωπικότητες, μουσικές και μη, να κάνει φίλους αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Παράλληλα, ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για μερικά από τα αθάνατα μουσικά τραγούδια που όχι μόνο έσπασαν τα charts κάνοντας μεγάλη επιτυχία, αλλά και έμειναν αθάνατα, όπως τα «Twist & Shout», «Piece of My Heart», «Everybody needs somebody to love», «Brown Eyed Girl» και πολλών άλλων. Παρόλα αυτά, το όνομα του σίγουρα δε σας λέει κάτι, καθώς στις περισσότερες φορές δεν τα υπέγραφε, αλλά έμπαινε το όνομα των εκάστοτε καλλιτεχνών ή γκρουπ, Isle Brothers (αργότερα των Beatles), της Έμα Φράνκλιν (ή αργότερα της Τζάνις Τζόπλιν), του Σόλομον Μπέρκ (αργότερα Rolling Stones και Blues Brothers), του Βαν Μόρισον.

Όπως κάθε μουσικό ντοκιμαντέρ, γνωρίζουμε εξαρχής ότι θα είναι μια προσωπικότητα με έντονη ζωή και σε αυτό το σημείο το ντοκιμαντέρ δε θα μας απογοητεύσει, όπως και με τους πολλούς διάσημους μουσικούς που εμφανίζονται και μιλάνε για τον Μπερνς. Το κακό είναι ότι το ντοκιμαντέρ έχει συν-σκηνοθετηθεί από τη κόρη του και σε πολλά σημεία δεν είναι αντικειμενικό, ωραιοποιεί ή δεν αγγίζει όσο θα έπρεπε καταστάσεις, όπως την εμπλοκή με τη μαφία, ενώ ακολουθεί μια παλιακή παρουσίαση επαναλαμβάνοντας συχνά τις ίδιες παγωμένες φωτογραφίες, που κουράζει σχεδόν το ίδιο με την βαριά και όχι καθαρή φωνή του εκφωνητή. Όμοια υπάρχει μια ασαφήνεια γύρω από το πια κομμάτια ήταν δικά του και σε ποια απλά βοήθησε, ψυχολογικά ή στην ενορχήστρωση, εξού και πολλά κομμάτια απλά αναφέρονται αλλά δεν ακούγονται καθόλου (και λόγω δικαιωμάτων). Τέλος, μιας και πρόκειται για μια σχετικά άγνωστη προσωπικότητα για τους περισσότερους δεν υπάρχει τόσο έντονο ενδιαφέρον στο άτομο του Μπερνς, κάτι που βλέποντας το ντοκιμαντέρ δε θα αλλάξει. Αξίζει τον κόπο να το δείτε, για μια αναδρομή στην εποχή, να παρατηρήσετε πόσο διαφορετικά ωρίμαζαν οι άνθρωποι τότε, πόσο μεγάλος ηλικιακά δείχνει, σε πολλές φωτογραφίες πάνω από 45, ενώ τελικά δεν έζησε παρά 38 χρόνια. Αξέχαστη στιγμή ανάμεσα στα σχόλια αγάπης και θαυμασμού η δήλωση «δε ξέρω που έχει θαφτεί αλλά αν μάθω θα κατουρήσω στον τάφο του»!

cinepivates

Συντακτική ομάδα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *