Έμφυτο ελάττωμα (Inherent Vice)
Ένα… Καλιφόρνια νουάρ, όπου οι ήρωες δεν φορούν καμπαρντίνες, αλλά σαγιονάρες και όπου οι μοιραίες γυναίκες αντί να καπνίζουν μαριχουάνα, καπνίζουν χόρτο.
Με το γνωστό, σχεδόν ξερό του, χιούμορ ο Πολ Τόμας Άντερσον (Μανόλια, Θα Χυθεί Αίμα, The Master) παρουσιάζει έναν κόσμο που δεν μπορεί να υπάρχει από ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα του Τόμας Πίντσερ.
Σαν ταινία του Λιντς λουσμένη στο φως, ο ήρωας-ντετέκτιβ της ιστορίας μας εμπλέκεται στο μυστήριο της εξαφάνισης του πλούσιου εραστή της πρώην ερωμένης του, μαθαίνει για καράβια-θρύλους, συναντά ανθρώπους που υποτίθεται ότι είναι νεκροί σε υγρά σοκάκια και μπλέκεται με συμμορίες οδοντιάτρων. Μπορεί όλα αυτά να ακούγονται παράξενα, αλλά ο Πολ Τόμας Άντερσον καταφέρνει να τα κάνει άκρως γοητευτικά.
Γιατί η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας είναι ότι μεταφέρει την αίσθηση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, τόσο παράξενου όσο το Έμφυτο Ελάττωμα. Με μία αίσθηση σαπίλας και παρακμής και χαμένης ελπίδας που μόνο από αυτήν μπορείς να κρατηθείς για να μην καταρρεύσει ο κόσμος γύρω σου όπως τον ξέρεις.
Από την εποχή του Λος Άντζελες Εμπιστευτικό είχαμε να δούμε μια ταινία που να συλλαμβάνει κατά τέτοιο τρόπο όχι το γράμμα, αλλά το πνεύμα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος: Τους ηλιόλουστους δρόμους του Λος Άντζελες σε μια εποχή όπου η ακραία αισιοδοξία εξαφανίζεται, τα λουλούδια στα οποία ορκίζονταν τα παιδιά των λουλουδιών μαραίνονται και ο κόσμος μοιάζει πιο παράξενος από ότι ένα βροχερό πρωινό που έχει σημαδέψει τους ήρωές μας.
Ένας τέτοιος φόρος τιμής σε αυτή την εποχή είναι η ταινία, με τον Χοακίν Φοίνιξ να είναι ένας Λεμποφσκικός (νέος όρος κατά τον Μεγάλο Λεμπόφσκι των αδελφών Κοέν) ήρωας. Κάπως πιο σοβαρός και πιο συγκεντρωμένος στα επίγεια (έχει και ένα μυστήριο να λύσει άλλωστε), αλλά –σαφώς- με την ίδια περιέργεια στο βλέμμα και τον ίδιο ζεν τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας. Είναι ένας χαρακτήρας που ο Χοακίν Φοίνιξ προσεγγίζει καλά ακόμα και αν δεν είναι ο πιο δυνατός ή ο πιο αξιομνημόνευτος από τους ρόλους που τον έχουμε δει να παίζει τα τελευταία χρόνια. Γύρω του μια πινακοθήκη χαρακτήρων: από τον εξαφανισμένο Όουεν Γουίλσον, στον μπάτσο που έχει ανάγκη να τον αγαπούν (εξαιρετικός εδώ ο Τζος Μπρόλιν), στη μόνιμη σύντροφο Ριζ Ουίδερσπουν, στον δικηγόρο του Μπενίσιο Ντελ Τόρο, όλοι πλαισιώνουν τον κεντρικό χαρακτήρα κουβαλώντας τη δική του ξεχωριστή αύρα (και ακόμα περισσότεροι που περνούν από το γραφείο του ντετέκτιβ, το οποίο βρίσκεται σε ένα ιατρείο! –εξού και το παρατσούκλι Ντοκ).
Και μία σημείωση: Αν και πιστεύω ότι το voice over πρέπει να απαγορευτεί δια ροπάλου (είτε επειδή οι περισσότεροι κινηματογραφιστές δεν ξέρουν, είτε γιατί κάνουν κατάχρησή του), εδώ έχουμε την ιδανική αφήγηση: ένα τρίτο πρόσωπο (δευτερεύουσας σημασίας για την πλοκή της αφήγησης) εισάγει τον θεατή ιδανικά στη συναρπαστική αυτή ιστορία.
Μπορεί σε στιγμές να μοιάζει χαοτική (ας μην ξεχνάμε ότι ο Πολ Τόμας Άντερσον σκηνοθέτησε ένα βιβλίο του Πίντσον που πολλοί θεωρούσαν αντι-κινηματογραφικό) και ίσως να προκαλεί σύγχυση στο θεατή, αλλά με τη μορφή μυστηρίου μεταδίδει το άρωμα ενός κόσμου που ξεφτίνει και εξαφανίζεται.