ΚΡΙΤΙΚΕΣΣινε-προτάσειςΣινεμά

Death Wish

death wish 001

one-half-popcorn

Ο Μπρους Γουίλις προσπαθεί να επιστρέψει σε action ρόλο σκληρού καρυδιού, αλλά έχει την ατυχία να πέσει σε ένα κάτω του μετρίου σενάριο και σκηνοθεσία. Η νέα ταινία Death Wish, έχει κατηγορηθεί από πολλούς -όχι άδικα- ότι τάσσεται έντονα υπέρ της οπλοκατοχής και οπλοχρησίας από πολίτες, μάλιστα στο σημερινό Σικάγο, που θα έπρεπε να προβάλλουν το εντελώς αντίθετο.

Ο Μπρους Γουίλις κάνει έναν φιλήσυχο οικογενειάρχη χειρούργο, που η ζωή του συνθλίβεται όταν σε μια απόπειρα ληστείας στην οικεία του η γυναίκα του δολοφονείται και η κόρη του τραυματίζεται σοβαρά και πέφτει σε κώμα. Ενώ η αστυνομία αδυνατεί να βρει τους δράστες, ο πρωταγωνιστής αντιλαμβάνεται την αυξημένη εγκληματικότητα στην πόλη γύρω του. Η θλίψη του μετατρέπεται σε οργή. Πηγαίνει σε μαγαζί που πωλεί όπλα και θαυμάζει την πλούσια «πραμάτια» αλλά και το πόσο εύκολο είναι να βγάλει κανείς άδεια και να αγοράσει όπλα, ακόμα και ημιαυτόματα ή επαναληπτικές καραμπίνες. Τελικά, φορώντας ένα φούτερ με κουκούλα για να μην αναγνωρίζεται εύκολα αρχίζει να επιτήθεται και να δολοφονεί κακοποιούς. Τα μέσα ενημέρωσης και οι συμπολίτες του σπεύδουν να τον ηρωποιήσουν και τον εκθειάζουν στην πλειοψηφία τους ενώ του δίνουν ψευδώνυμο ο Κουκουλοφόρος Χάρος (Hooded Reaper) σαν να είναι ένας κόμικ υπερήρωας. Βέβαια, θα μου πείτε, οι περισσότεροι υπερήρωες, συνήθως συλλάμβαναν τους κακοποιούς δε τους σκότωναν.

Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι η ταινία αποτελεί ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του 1974, που σκηνοθέτησε ο Μάικλ Γουίνερ, βασισμένη επίσης με τη σειρά της σε μυθιστόρημα του Μπράιαν Γκάρφιλντ. Αν αναζητήσετε τις διαφορές, μη σταθείτε στο ότι εκείνη λάμβανε χώρα στη Νέα Υόρκη ή στο ότι ο Τσάρλς Μπρόνσον ήταν αρχιτέκτονας που μια συμμορία δολοφόνησε τη γυναίκα του και όχι χειρούργος. Το επάγγελμα του γιατρού δίνει την ευκαιρία στο σενάριο να εργάζεται στο νοσοκομείο ο Μπρους Γουίλις την ώρα που ακούει από το μεγάφωνο της εντατικής να αναγγέλουν ότι έφτασε επείγον περιστατικό, δυο γυναίκων που ταίριαζαν ηλικιακά στη γυναίκα και την κόρη του, για να αυξηθεί η δραματικότητα. Η μια ταινία με την άλλη όμως δεν έχουν καμία σχέση.

Θα πρέπει άραγε κάποιος που αφαιρεί ζωές, σκοτώνοντας κακοποιούς να ηρωποιείται; Σκεφτόμουν αν τελικά όλη αυτή η λατρεία προς τα όπλα και τη βια είναι τόσο προκλητική. Σίγουρα ενοχλεί, είναι όμως προκλητική, όπως έγραψαν πολλοί στο εξωτερικό; Αν το δούμε ψύχραιμα, η απάντηση είναι όχι. Εξάλλου η υπόθεση είναι κοινότυπη και χιλιοφορεμένη. Έχουμε δει πάμπολλες περιπέτειες όπου κάποιος γονιός παίρνει το νόμο στα χέρια του για να προστατεύσει την οικογένεια του ή να εκδικηθεί. Τρανό παράδειγμα ο επιτυχημένος εμπορικά κύκλος ταινιών Taken με πρωταγωνιστή τον Λίαμ Νίσον… Γιατί εκεί ο τιμωρός Νίσον είναι ανεκτός; Δεν χρησιμοποιεί όπλα; Ποια λοιπόν, η διαφορά;

Η διαφορά είναι ότι εδώ είναι μονοδιάστατος, προκλητικός και ενοχλητικός ο απελευθερωτικος προς τα όπλα τρόπος που παρουσιάζεται. Ο τρόπος, όχι η ουσία αυτών που μας δείχνει. Και αυτό έχει να κάνει με το σενάριο και τη σκηνοθετική προσέγγιση. O Έλι Ροθ, έχοντας σκηνοθετήσει περισσότερο ταινίες τρόμου, όπως τα Hostel, Cabin Fevel, Knock Knock, νιώθει πιο άνετα στις νυχτερινές λήψεις ή της σκηνές βίας, χάνει όμως στα υπόλοιπα και κυρίως το δραματικό, που βγαίνει εντελώς επιφανειακό και κοινότυπο. Αν δε μπορούσε να το κάνει «δικό» του και να του δώσει αξία, θα μπορούσε ίσως να το προσπεράσει γρήγορα και να βάλει περισσότερη δράση. Η δουλειά του όμως κρίνεται από το συνολικό αποτέλεσμα, όχι από μια ή δυο σκηνές που βγήκαν κάπως καλύτερες από τις άλλες και έχουν κάποιο ενδιαφέρον.

Υπάρχει και μια χιουμοριστική ένσταση μου πάνω στο σενάριο. Ο ηθοποιός που επιλέγεις για πρωταγωνιστή είναι καραφλός και με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό πρόσωπο. Δεν είναι λίγο αστείο να τον βάζεις να φοράει την κουκούλα του φούτερ του που καλύπτει το πίσω μέρος της κεφαλής του και να θέλεις να μας πείσεις ότι όσοι τον είδαν δε μπορούσαν να τον περιγράψουν στην αστυνομία επειδή φορούσε κουκούλα;

Ο Γουίλις πάντως είναι αξιοπρεπής σε ότι του ζητάται από την ταινία και φαίνεται να είναι κοντά στο να ξαναβρει τη φόρμα του. Αν και δε δείχνει να έχει ακόμα βρει την (χαμένη τα τελευταία χρόνια) αίγλη του, την τσαχπινιά και την γοητεία του, ούτε του κάθονται οι ατάκες, είναι πάντως σαφώς καλύτερος από ότι στις περισσότερες από τις τελευταίες του. Ο τρόπος που απολαμβάνει να είναι ο εκδικητής με την κουκούλα δείχνει ίσως και κάτι ακόμα, ότι ο ηθοποιός έχει πάρει ζεστά το ενδεχόμενο μιας ακόμα ταινίας Άφθαρτου με τον Σιάμαλανγκ, όπως φανέρωσε και η τελευταία σκηνή του Split.

Αντώνης Γκούμας

Θα μπορούσε να ζήσει εξίσου ευχάριστα στη Μέση Γη όσο στη Metropolis, από τα πιο ρεαλιστικά πλάνα στα πιο σουρεαλιστικά συννεφάκια. Μπαίνοντας στις αίθουσες παθιάζεται αμετανόητα κάθε φορά που σβήνουν τα φώτα. Στα Φεστιβάλ που καλύπτει αντί για τις πολυαναμενόμενες ταινίες προτιμά να ανακαλύπτει άγνωστα μικρά διαμαντάκια που ίσως να μην δούμε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Συνήθως καλοπροαίρετος, προσέξτε, όμως, όταν κραδαίνει το «τσεκούρι» του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *